Το γκολ του Σπαρβάσερ

Άλλη μια ιστορία που δείχνει ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι απλά ένα παιχνίδι αλλά κάτι παραπάνω. Ίσως και κάτι παραπάνω από ζήτημα ζωής και θανάτου αφού ο πρωταγωνιστής της παρακάτω ιστορίας έσωσε τη ζωή του χάρη στη φήμη του ως ποδοσφαιριστής.

Ο Γιούργκεν Σπαρβάσερ (Jürgen Sparwasser), γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου του 1948, στο Χάλμπερσταντ της Σαξωνίας, στο ανατολικό κομμάτι της διαιρεμένης μεταπολεμικής Γερμανίας. Για 14 χρόνια αγωνίστηκε στην ομάδα του Μαγδεμβούργου, μια ομάδα που ιδρύθηκε το 1965 και με τη βοήθεια του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας μέσα σε δύο χρόνια όχι μόνο ανέβηκε στη μεγάλη κατηγορία, αλλά κατέκτησε και το πρωτάθλημα της χώρας. Η ομάδα σύμβολο του ανατολικογερμανικού καθεστώτος έφτασε στο απόγειο της επιτυχίας της την 8η Μαΐου 1974 όταν και κατέκτησε το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης στον τελικό που διεξήχθη στο Ντε Κάιπ του Ρότερνταμ κερδίζοντας τη Μίλαν των Ριβέρα, Σνέλινγκερ, Μπιγκόν με 2-0 αφήνοντας έκπληκτη όλη την Ευρώπη.

Για τον Γιούργκεν Σπαρβάσερ και τους συμπαίκτες τους όμως δεν έμελλε να είναι το ευρωπαϊκό τρόπαιο η μεγαλύτερη τους επιτυχία. Το ερχόμενο καλοκαίρι διεξαγόταν στην Δυτική Γερμανία το Παγκόσμιο Κύπελλο και η εθνική ομάδα της Ανατολικής Γερμανίας προετοιμαζόταν από χρόνια για να καταφέρει να πάρει την πρόκριση και να συμμετάσχει στο Μουντιάλ που θα διοργάνωνε η μεγαλύτερη πολιτική της αντίπαλος. Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε οι δύο Γερμανίες να κληρωθούν στον ίδιο όμιλο και να βρεθούν αντιμέτωπες στο Φολκσπαρκστάντιον του Αμβούργου. Εκεί ο «Γολιάθ» περίμενε με σιγουριά τον «Δαβίδ» προκειμένου να κάνει μια επίδειξη της ανωτερότητας του. Η γεμάτη αστέρες ομάδα της Δυτικής Γερμανίας, πρωταθλήτρια Ευρώπης το 1972 και με τον Μπεκενμπάουερ, τον Μίλερ, τον Μπράιτνερ και τους υπόλοιπους παίκτες της Μπάγερν να κατακτήσει ένα μήνα νωρίτερα και το Κύπελλο Πρωταθλητριών με τον σύλλογο τους απέναντι στην Ατλέτικο Μαδρίτης ήταν το απόλυτο φαβορί της αναμέτρησης. Τα φαβορί όμως επιβεβαιώνονται στο γήπεδο και οι Aνατολικογερμανοί εξέπληξαν τον ποδοσφαιρικό πλανήτη με τον Σπαρβάσερ να σκοράρει στο 77′ και το παιχνίδι να λήγει 1-0 εις βάρος της Δυτικής Γερμανίας.

«Αν στον τάφο μου γράφει Αμβούργο 1974, όλοι θα ξέρουν ποιος κείτεται εκεί», είχε δηλώσει αμέσως μετά το τέλος του ματς ο Γιούργκεν Σπαρβάσερ θέλοντας να τονίσει τη σημασία εκείνης της νίκης. Για αυτό το τέρμα ανακηρύχθηκε Ήρωας από το κομμουνιστικό καθεστώς της χώρας βέβαια αυτό να μεταφρασθεί σε υλικά οφέλη γι’ αυτόν. Όπως είπε αργότερα: «Η φήμη ότι ανταμείφθηκα πλουσιοπάροχα για το γκολ, με ένα αυτοκίνητο, ένα σπίτι και μετρητά, δεν έχει καμία σχέση με τη πραγματικότητα!». Συνέχισε τη ζωή του στην Ανατολική Γερμανία και μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας εργάστηκε ως καθηγητής φυσικής αγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ωστόσο τη δεκαετία του ’80 αποφάσισε να το σκάσει στην Δυτική Γερμανία. Ο ίδιος εξιστορήθηκε ένα συγκλονιστικό στιγμιότυπο κατά το οποίο περιγράφει πως το γκολ του απέναντι στη Δυτική Γερμανία του έσωσε τη ζωή.

«Την ώρα που είχα περάσει τα σύρματα, με σταμάτησε ένας νεαρός φρουρός. Του φώναξα να μη ρίξει και του είπα το όνομά μου. Έριξε το φως πάνω μου. Δίστασε για λίγο, αλλά τελικά πυροβόλησε δύο φορές στον αέρα. Μετά μου έκανε νόημα να φύγω!»

Λόραντ, ο Μαγυάρος του ΠΑΟΚ

Το ρολόι δείχνει το 17ο λεπτό, ο προπονητής κάτι προσπάθησε να πει στους συνεργάτες του. Κανένας δεν κατάλαβε τι είπε και αμέσως μετά σωριάστηκε στο έδαφος. Από γήπεδο της Τούμπας έγινε η διακομιδή του στο ΑΧΕΠΑ όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του από οξύ έμφραγμα. Στην Τούμπα το ματς με τον Ολυμπιακό συνεχιζόταν, οι παίκτες του ΠΑΟΚ έβλεπαν ότι στον πάγκο δεν βρίσκεται ο προπονητής και στην ανάπαυλα τους ενημέρωσαν ότι ένιωσε αδιαθεσία και πήγε στο νοσοκομείο. Ο ΠΑΟΚ κέρδισε 1-0 αλλά μετά τη λήξη του παιχνιδιού οι παίκτες και οι οπαδοί υπέστησαν το μεγάλο το σοκ του αγαπημένου τους προπονητή, την 31η Μαϊου 1981. Ο Γκιούλα Λόραντ εκτός από δάσκαλος του ποδοσφαίρου ήταν και αυτός που έφτιαξε τον καλύτερο ΠΑΟΚ όλων των εποχών, αυτόν της σεζόν 1975-76.

Μετά τη φυγή του Λες Σάνον η διοίκηση αποφάσισε, το καλοκαίρι του 1975 να αποταθεί σε ένα τέκνο της μεγάλης ουγγρικής σχολής της δεκαετίας του ’50, όπως είχε κάνει και ο Ολυμπιακός το 1965 με τον Μάρτον Μπούκοβι, τον άνθρωπο που λανσάρισε με την ΜΤΚ ένα πρωτοποριακό ποδοσφαιρικό σύστημα. Ο Γκούσταβ Σέμπες, Γ.Γ. Αθλητισμού και στέλεχος του ΚΚ Ουγγαρίας ανέλαβε στις αρχές του ’50 την ευθύνη να συγκροτίσει τη νέα εθνική Ουγγαρίας. Το γεγονός ότι δεν ήταν ένας στεγνός γραφειοκράτης άλλα ένας ιδεολόγος του σοσιαλισμού και οργανωτής απεργιακών αγώνων στη Δυτική Ευρώπη, έκανε τον Σέμπες να επιδιώξει να περάσει  φιλοσοφία της ομαδικής και οργανωμένης δουλειάς του συνόλου στο γήπεδο Κάνοντας βοηθό του τον Μπούκοβι μετεξέλιξε το σύστημα 3-2-3-2 του τελευταίου σεένα ιδιόμορφο 4-2-4 στην εθνική Ουγγαρίας. Ήταν ένα σύστημα τόσο ρευστό που οι παίχτες ταυτοχρόνως όλοι επιτίθονταν, όλοι μάρκαραν και άλλαζαν πολλές φορές θέσεις μέσα στο γήπεδο. Χαρακτηριστικό του ήταν ο ρόμβος στο κέντρο που η μια του κορυφή ήταν ο κρυφός φορ και ή απέναντι κορυφή ένας αμυντικός μέσος που γινόταν και σέντερ μπακ. Ο τρόπος παιχνιδιού αυτής της Ουγγαρίας την ανέδειξε στην κορυφαία ομάδα της δεκαετίας και αποτέλεσε ένα άλλο total football σχεδόν 20 χρόνια πριν το ολλανδικό.

Μπροστά σειρά: Mihály Lantos, Ferenc Puskás, Gyula Grosics Πίσω σειρά: Gyula Lóránt, Jenő Buzánszky, Nándor Hidegkuti, Sándor Kocsis, József Zakariás, Zoltán Czibor, József Bozsik, László Budai

Η ομάδα θαύμα αναδείχθηκε χρυσή Ολυμπιονίκης το 1952 στο Ελσίνκι και κέρδισε και το Κύπελλο Εθνών Κεντρικής Ευρώπης το 1953. Διέλυσε μέσα στο Wembley σε φιλικό αγώνα το Νοέμβριο του 1953 την Αγγλία του Sir Stanley Matthews με 8-3 και το επανέλαβε επτά μήνες αργότερα στη Βουδαπέστη στο Nepstadion μπροστά σε 105,000 θεατές με 7-1.  Ένα σερί 33 αγώνων χωρίς ήττα κράτησε ως τον τελικό του παγκοσμίου κυπέλλου το 1954 στην Ελβετία όπου έχασε τελικά με 3-2 από την Γερμανία. Την ομάδα αποτέλεσαν παίχτες που έπαιζαν σχεδόν όλοι στη Χόνβεντ, ομάδα που δημιούργησε ο Σέμπες προκειμένου να πετύχει την ομοιογένεια που ήθελε, και αναδείχθηκαν σε αστέρια του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, όπως ο Πούσκας, ο Τσίμπορ, ο Κότσιτς, ο Χιντεγκούτι. Βασικός και αναντικατάστατος στη θέση του αμυντικού μέσου σε αυτή την ομάδα ήταν και ο Γκιούλα Λόραντ ο οποίος αγωνίστηκε 37 φορές με τη φανέλα της εθνικής της χώρας του ως το 1955.

Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα στην αρχή καθώ ο συμπάικτης του Λαντισλάο Κουμπάλα στη Βάσας θέλησε εγκαταλήψει μαζί με τον φίλο και του τη χώρα το 1949 μετά την ανάληψη της κυβέρνησης από τους κομμουνιστές. Ο Κουμπάλα τα κατάφερε αλλά ο Λόραντ συνελήφθη και κλείστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Για καλή του τύχη όμως ο Σέμπες ήταν στην αναζήτηση του ιδανικού σκληρού χαφ για την ομάδα του και παρενέβη για την απελευθέρωση του δίνοντας εγγυήσεις ως άνθρωπος του νέου καθεστώτος που είχε να επιτελέσει τον σοβαρό σκοπό της ποδοσφαιρικής αναγέννησης της χώρας. Το 1958 μετά την εξέγερση απέναντι στο καθεστώς που έλαβε χώρα στην Ουγγαρία οι περισσότεροι αστέρες του τοπικού ποδοσφαίρου εγκατέλειψαν τη χώρα, όσο βρίσκονταν στο εξωτερικό, για να μεταβούν στην Ισπανία όπου ο δικτάτορας Φράνκο τους υποδέχθηκε για να τους αξιοποιήσει, όπως είχε κάνει ήδη με τον Κουμπάλα, ως προπαγανδιστικό μέσο υπέρ του δικού του καθεστώτος. Ο Λόραντ δεν ακολούθησε αλλά το 1964 έφυγε για τη Γερμανία όπου έμεινε για μια δεκαετία ως προπονητής σε 6 διαφορετικές ομάδες.

Το 1975 έφτασε στον ΠΑΟΚ και άρχισε να οργανώνει στα ουγγρικά πρότυπα μια ομάδα από νέους και ταλαντούχους παίκτες μετατρέποντας την σε ένα από τα καλύτερα σύνολα που εμφανίστηκαν στα ελληνικά γήπεδα. Είναι γνωστό το κατόρθωμα του ΠΑΟΚ του 1976 που οι εμφανίσεις του είχαν τέτοια καθολική αποδοχή που χειροκροτήθηκε από τους οπαδούς του Ολυμπιακού στο Καραϊσκάκη μετά από ένα 0-4. Αυτό που δεν είναι πολύ γνωστό είναι ότι οπαδοί του Ολυμπιακού βρέθηκαν και στο ντεμπούτο του Λόραντ στον ΠΑΟΚ που δεν ήταν άλλο από το παιχνίδι για το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ με την Μπαρτσελόνα του Κρόιφ στις 16 Σεπτεμβρίου του 1975. Ο ΠΑΟΚ μετά από εντυπωσιακή εμφάνιση κέρδισε με 1-0 και οι οπαδοί του Ολυμπιακού έτυχε να βρίσκονται εκεί λόγω του ότι την επόμενη μέρα ο Ολυμπιακός αντιμετώπιζε την Ντιναμό Κιέβου λόγω τιμωρία του Καραϊσκάκη. Το παιχνίδι πάντως με την Μπαρτσελόνα έμεινε στην ιστορία για το γεγονός ότι αποτέλεσε χώρο για διαδήλωση ενάντια στον Ισπανό δικτάτορα με αφορμή την επικείμενη εκτέλεση Βάσκων κρατουμένων. Στην Τούμπα σηκώθηκαν πανώ υπέρ των κρατουμένων και ακούστηκαν συνθήματα κατά του Φράνκο. Οι διαμαρτυρίες είχαν και συνέχεια όταν φορείς από την Ελλάδα, που είχε μπει ήδη στον δεύτερο χρόνο της μεταπολίτευσης ζητούσαν από την διοίκηση του ΠΑΟΚ να μην επιτρέψει την ομάδα να μεταβεί στη Βαρκελώνη σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Τελικά ο ΠΑΟΚ μετέβη και ηττήθηκε 6-1 στον επαναληπτικό. Ωστόσο και ο «χενεραλίσμο» Φράνκο έχασε τη μάχη με τον θάνατο στα μέσα Νοεμβρίου ανοίγοντας τον δρόμο για την μεταπολίτευση στην Ισπανία.

Ο Λόραντ μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος δεν συνέχισε στον ΠΑΟΚ αλλά πήγε στην Άιντραχτ Φρανκφούρτης κάνοντας ακόμα πιο εντυπωσιακή δουλεία και χάνοντας για λίγο το πρωτάθλημα από την μεγάλη Γκλάντμπαχ της εποχής. Η Μπάγερν Μονάχου εκτίμησε τις ικανότητες του και τον προσέλαβε για δύο χρόνια. Στη συνέχεια το 1979 έκανε ένα πέρασμα από την Σάλκε για να επιστρέψει στον ΠΑΟΚ για τη σεζόν 1980-81 και να αφήσει την τελευταία του πνοή στο γήπεδο της Τούμπας.

Ο Μεσσίας τήρησε την υπόσχεση του

Την 5η Ιουλίου 1984 ο Μεσσίας έφτασε στην πόλη. Το πλήθος τον υποδέχτηκε θερμά, ήταν έτοιμο να γίνει το πιστό του ποίμνιο. Αυτός, με αβρότητα και ενθουσιασμό όπως πάντα, τους έταξε κάτι απλό, τον ουρανό. Ήξεραν ότι είναι ο Σωτήρας τους, η έλλειψη σε σπίτια, σχολεία, λεφτά δεν είχε σημασία αφού η Γη της Επαγγελίας γινόταν πλέον ορατή.

Οι μέρες και τα χρόνια πέρασαν ώσπου έφτασε η ευλογημένη στιγμή την 17η Μαϊου 1987. Εκείνη την ημέρα η Νάπολι στέφθηκε πρωταθλήτρια Ιταλίας έχοντας εξασφαλίσει ήδη το πρωτάθλημα από την προτελευταία αγωνιστική. Ήταν εκείνο το παιχνίδι με την Φιορεντίνα που ο Μεσσίας είχε πάρει το μικρόφωνο απευθύνθηκε στο ποίμνιο του και τους δήλωσε ότι θα πάρει το πρωτάθλημα.

Χάρη στον Μεσσία Μαραντόνα που με τους Τζιορντάνο και Καρέκα συναποτελούσαν την Αγία Τριάδα (Μα-Τζι-Κα) η ομάδα και οι οπαδοί της ανέβηκαν στον ουρανό. Την επόμενη μέρα οι πιστοί βγήκαν στους δρόμους και για μια εβδομάδα εορτάστηκε το χαρμόσυνο γεγονός. Κανείς δεν δούλευε, όλοι τραγουδούσαν, χόρευαν και γιόρταζαν. Κάποιοι τέλεσαν και τις κηδείες της Γιουβέντους και της Μίλαν, των ομάδων του πλούσιου Βορρά που από πάντα εκμεταλλευόταν τον φτωχό Νότο.

Σήμερα η Νάπολι είναι γεμάτη από τοιχογραφίες του Θεού, οι πιστοί εξακολουθούν να τον λατρεύουν για τις δύο φορές που τους ανέβασε στον ουρανό. Του το ανταπέδωσαν έμπρακτα τον ημιτελικό με την Ιταλία στο Μουντιάλ του ’90 όταν ακολούθησαν τον Λόγο του.  «Η υπόλοιπη Ιταλία σας θεωρεί παρακατιανούς όλο τον χρόνο και τώρα που σας  χρειάζεται, λέει να είστε δίπλα της. Εγώ σας αγαπώ πάντα και ξέρω πως εσείς θα το δείξετε υποστηρίζοντας την Αργεντινή!» τους είχε πει.

Στο μπαρ Νίλο υπάρχει ένας χώρος λατρείας για τον κάθε πιστό Ναπολιτάνο, να προσευχηθεί και να νιώσει την ευφορία εκείνων των στιγμών του 1987.

maradona-bar-nilo

 

 

Μπίλι Κοστακούρτα, ο πιο τίμιος Ιταλός αμυντικός

Όταν τα λαγωνικά του cult24 ενημέρωσαν ότι σήμερα ο Κοστακούρτα κλείνει τα 51 βρήκα μια ωραία ευκαιρία αφενός να ηρεμήσω από το Clasico που μου πήρε τα μυαλά και αντί να γράψω κάτι για ισπανόφωνο ποδόσφαιρο πάλι να πω δυο λόγια για έναν ήρωα των παιδικών μου χρόνων, των γεμάτων από ποδοσφαιρική Ιταλία, από τη χώρα που χει βγάλει πολλούς από τους καλύτερους παίκτες σε όλες τις θέσεις του γηπέδου και που περίπου για μια εικοσαετία (1985-2005) είχε το καλύτερο πρωτάθλημα στον κόσμο. Καλύτερο με την έννοια του πιο συναρπαστικού, με τα πιο πολλά αστέρια, με εκπλήξεις, με πολλούς διαφορετικούς νικητές κτλ.

Το άκουσμα του ονόματος του Κοστακούρτα με παραπέμπει κατευθείαν σε τίτλους της Μίλαν, στο δέσιμο ενός ποδοσφαιριστή με μία φανέλα στην καριέρα του, σε μεγάλες ήττες όπως εκείνη από τα πιστσιρίκια του Άγιαξ το 1995 και στον συγκλονιστικό τελικό της Κωνσταντινούπολης το 2005 με τη Λίβερπουλ(που ήταν βέβαια στον πάγκο). Την ίδια στιγμή ο Κοστακούρτα είναι για μένα ταυτισμένος με την Ιταλία των 90s και με εκείνο τον οδυνηρά χαμένο τελικό στα πέναλτι με τη Βραζιλία, μια Βραζιλία που αν και η Ιταλία έχει το όνομα της αμυντικής και συντηρητικής ομάδας εκείνη τότε είχε την χάρη μια και προκειμένου να κατακτήσει το Μουντιάλ του 1994 αποθέωσε την άμυνα και την καταστροφή του παιχνιδιού. Οι ήττες της αγαπημένης μου τότε Ιταλίας δεν σταμάτησαν εκεί αλλά συνεχίστηκαν και με τον αποκλεισμό στους ομίλους στο EURO96 και με τον αποκλεισμό στα πέναλτι από τη Γαλλία στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998. Σε όλα ήταν παρών ο Κοστακούρτα εκτός από τον μεγάλο τελικό του 1994. Ενώ είχε κάνει μεγάλη εμφάνιση με τη Νορβηγία και κρατήθηκε το μηδέν παρόλο που η Ιταλία έπαιζε με 10 παίκτες, στον ημιτελικό με τη Βουλγαρία δέχθηκε κίτρινη που δεν του επέτρεψε τη συμμετοχή στον τελικό. Έτσι είχε γίνει και νωρίτερα στην ίδια σεζόν όταν μετά από αποβολή του στον ημιτελικό με την Μονακό για το Τσάμπιονς Λιγκ ήταν μια από τις βασικές απουσίες της Μίλαν στον τελικό του ΟΑΚΑ. Τότε για πρώτη φορά, και αργότερα στον τελικό του Μουντιάλ, η απουσία του από έναν τελικό εκτιμήθηκε ως τεράστιο πλήγμα για την ομάδα του. Βέβαια Μίλαν και Ιταλία είχαν το βάθος στον πάγκο και τους προπονητές που τις καθιστούσε ικανές να διατηρήσουν το μηδέν απέναντι στις Μπαρτσελόνα και Βραζιλία.

Ο γεννημένος στις 24 Απριλίου 1966 Αλεσσάντρο «Μπίλι» Κοστακούρτα υπήρξε ένας από τους καλύτερους αμυντικούς όχι μόνο στο ιταλικό αλλά και στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο χωρίς ωστόσο να του αναγνωριστεί από οπαδούς και δημοσιογράφους το μεγαλείο του ως παίκτης. Θέλετε το παρουσιαστικό του που τον κάνει να μοιάζει με συμμαθητής του Μπράντον στο «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς», θέλετε ο χαμηλών τόνων χαρακτήρας του, θέλετε ότι βρέθηκε σε ομάδα με πολλά φωτεινά αστέρια που τραβούσαν αυτά την προσοχή, θέλετε ότι έπαιζε δίπλα στον Μπαρέζι, τον Μαλντίνι και τον Νέστα που εξυμνήθηκαν πολύ περισσότερο, θέλετε ότι ο ρόλος του ήταν αντιτουριστικός, αυτός του πολυεργαλείου της άμυνας, θέλετε ότι έχει βάλει μόνο 3 γκολ σε 663 συμμετοχές με τη Μίλαν και 2 γκολ σε 59 με την Ιταλία; Ότι θέλετε. Τον Κοστακούρτα δεν τον «τραγούδησε» κανείς. Κανείς εκτός από τους συμπαίκτες του όπως ο Αντρέα Πίρλο που είχε δηλώσει ότι «ο Μαλντίνι και ο Κοστακούρτα ήταν σημεία αναφοράς για εμάς στη Μίλαν» και ο νικητής της Χρυσής Μπάλας του 2006, Φάμπιο Καναβάρο που χαρακτήρισε τον Κοστακούρτα ως «τον καλύτερο αμυντικό που έχω παίξει δίπλα του». Οι παραπάνω ήξεραν να ξεχωρίσουν τι είναι χρήσιμο για έναν συμπαίκτη τους στην άμυνα και πάνω απ’ όλα έβλεπαν πως όταν ο κόουτς δεν είχε δεξί μπακ μπορούσε να βάλει τον Κοστακούρτα, όταν δεν είχε αριστερό μπακ επίσης, όταν ήθελε μια «σκούπα» ή έναν λίμπερο ο Κοστακούρτα ήταν εκεί έτοιμος να παίξει ακόμα και στη θέση του αμυντικού χαφ.

Το προσωνύμιο «Μπίλι» του το κόλλησαν το 1979 όταν εντάχθηκε στις ακαδημίες της Μίλαν και είχε να κάνει με τις ικανότητες του στο μπάσκετ. Εκείνη την εποχή η Ολίμπια Μιλάνο, που μέσα στα 80s πήρε 2 ευρωπαϊκά, είχε ονομασία σπόνσορα Billy. Μέσα από τις ακαδημίες προχώρησε και στην πρώτη ομάδα της Μίλαν στο ξεκίνημα της μεγάλης της εποχής με την ανάληψη της προεδρίας από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, την πρόσληψη του Αρίγκο Σάκι και την απόκτηση των «τριών Ολλανδών». Μετά από μια σεζόν δανεικός στη Μόντσα έπαιξε ως αλλαγή στη χρονιά του πρωταθλήματος 1987-88, του πρώτου μετά το 1979 για τη Μίλαν κι από τη σεζόν 1989-90 έπαιζε βασικός μέχρι τα 40 του.

Ο Κοστακούρτα, μαζί με τον Μαλντίνι, είναι αυτοί που έζησαν τις τέσσερεις περιόδους της Μίλαν, την περίοδο Σάκι, την περίοδο Καπέλο, την περίοδο 1996-2002 και την περίοδο Αντσελότι. Έζησε και τις τεράστιες επιτυχίες και την μεγάλη κρίση μετά την φυγή του Καπέλο. Έζησε την Μίλαν ως αδιαφιλονίκητο φαβορί και κυρίαρχη, έζησε και τη Μίλαν εκτός Ευρώπης και ως αουτσάιντερ να παίρνει το πρωτάθλημα το 1999. Πάνω απ’ όλα είχε την τύχη όμως να προπονηθεί από τον Αρίγκο Σάκι, τον άνθρωπο που άλλαξε τον τρόπο παιχνιδιού με το πρέσινγκ σε όλο το γήπεδο και το τεχνητό οφσάιτ. Ο Σάκι έβαζε στην προπόνηση την αμυντική τετράδα Τασότι, Κοστακούρτα, Μπαρέζι και Μαλντίνι και τον τερματοφύλακα να αμύνονται απέναντι σε 10 ποδοσφαιριστές, ποδοσφαιριστές τύπου Γκούλιτ, Φαν Μπάστεν, Ντοναντόνι, Αντσελότι σε μια άσκηση όπου οι επιτιθέμενοι είχαν στη διάθεση τους 15 λεπτά να σκοράρουν χωρίς να χάσουν την μπάλα. Όταν την έχανα θα ξεκινούσαν την επίθεση τους 10 μέτρα πιο πίσω. Μέσα από αυτή τη δουλειά ο Κοστακούρτα έγινε ένας από τους πιο έξυπνους τακτικά και πιο αποτελεσματικούς αμυντικούς στον κόσμο. Εκτός από την φυσική του κατάσταση και τις ικανότητες στον αέρα και στα τάκλιν τον χαρακτήριζαν η γρηγοράδα στις επεμβάσεις, το διάβασμα του παιχνιδιού και η δυνατότητα του στο μοίρασμα της μπάλας και να ξεκινάει το παιχνίδι από πίσω. Στοιχεία που σήμερα κρίνονται απαραίτητα για αμυντικό επιπέδου Τσάμπιονς Λιγκ τότε δεν τα είχαν παρά ελάχιστοι στο κορυφαίο επίπεδο και το 90% εξ’ αυτών έπαιζε στο Καμπιονάτο. Ο Κοστακούρτα συμμεριζόταν την θεωρία του Μαλντίνι ότι «αν χρειαστεί να κάνω τάκλιν σημαίνει ότι έχω ήδη κάνει λάθος» και μαζί του κατέκτησαν με τη φανέλα της Μίλαν τα ευρωπαϊκά το ’89 με Στεάουα, το ’90 με Μπενφίκα, το ’94 με Μπαρτσελόνα, το ’03 με Γιουβέντους και το ’07 με Λίβερπουλ, έπαιξαν στους χαμένους τελικούς του ’93 με Μαρσέιγ και το ’95 με Άγιαξ ενώ κατέκτησαν και 7 πρωταθλήματα, 1 κύπελλο, 4 σουπερ καπ Ευρώπης και δύο Διηπειρωτικά.

Μπορεί ο Κοστακούρτα για διάφορους λόγους να μην κερδίζει τον τίτλο του καλύτερου Ιταλού αμυντικού όλων των εποχών αλλά σίγουρα κερδίζει τον τίτλο του πιο τίμιου.

Δημοσιεύτηκε στο cult24.gr

Ζοάν Μιρό και Μπαρτσελόνα

Ο πίνακας του Ζοάν Μιρό για την Μπαρτσελόνα αποτελεί ένα από τα γνωστότερα έργα του Καταλανού ζωγράφου, ενός από τους σημαντικότερους υπερρεαλιστές καλλιτέχνες του 20ου αιώνα.

Η δημιουργία του Μιρό αποτυπώνει τις χαρακτηριστικές γραμμές του καλλιτέχνη που αποτελούν σήμα κατατεθέν με την λέξη Barça να βρίσκεται στο επίκεντρο του πίνακα με τον γραφικό χαρακτήρα του καλλιτέχνη. Η πρώτη δημοσίευση του έργου τυπώθηκε 50.000 αντίτυπα καθώς πολλοί ενθουσιασμένοι οπαδοί έσπευσαν να αποκτήσουν ένα δικό τους αντίγραφο.

Ο Ζοάν Μιρό (Joan Miró i Ferrá) γεννήθηκε στη Βαρκελώνη στις 20 Απριλίου 1893. Ενώ φοιτούσε σε Εμπορική Σχολή παράλληλα πήγαινε κρυφά και στην Σχολή Καλών Τεχνών. Όταν το 1920 μετακόμισε στο Παρίσι ήρθε σε επαφή με το κίνημα του ντανταϊσμού και αργότερα με τους υπερρεαλιστές από τους οποίους επηρεάστηκε περισσότερο.

miro_barca

Το συγκεκριμένο έργο που αφορά τον καταλανικό σύλλογο κι έχει την ονομασία “Futbol Club Barcelona” δημιουργήθηκε το 1974 στο πλαίσιο των 75ων γενεθλίων του συλλόγου. Τα γενέθλια αυτά ήταν ένα πολύ σημαντικό γεγονός χάρη στην κατάκτηση του πρωταθλήματος από την ομάδα με ηγέτη τον Γιόχαν Κρόιφ μετά από 15 χρόνια και χάρη στην μεγάλη αύξηση του αριθμού μελών του συλλόγου. Οι εορταστικές εκδηλώσεις περιελάμβαναν δράσεις που αναδείκνυαν το νόημα και την ταυτότητα του κλαμπ και σε αυτές συνέβαλαν μεγάλοι Καταλανοί καλλιτέχνες όπως οι Μιρό, ο Νταλί, Ταπιές, Φουστέρ, Καλντέρς και Τίσνερ με έργα τέχνης και κείμενα.

Ο Μιρό κλήθηκε και το 1982, έναν χρόνο πριν πεθάνει, να σχεδιάσει την αφίσα του Παγκοσμίου Κυπέλλου που θα φιλοξενούσε η Ισπανία, μια περίοδο που προσπαθούσε να πετάξει από επάνω της την σκοτεινιά και την απομόνωση στην οποία είχε οδηγηθεί από το καθεστώς του Φράνκο. Το έργο αυτό του Μιρό παρουσιάζει ένα πλάσμα που προσομοιάζει σε ποδοσφαιριστή του οποίου τα μέλη καλύπτονται από πολλά χρώματα, όπως αυτά που αποτελούν τις φανέλες των ομάδων όλου του κόσμου που συμμετέχουν στις διεθνείς ποδοσφαιρικές οργανώσεις.

miro_espana82

Η ομάδα του λαού

Στα πρώτα χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και με δεδομένo ότι το ποδόσφαιρο ήταν δημοφιλές από τα προεπαναστατικά χρόνια ακόμα, πολλοί φορείς του νέου κράτους της ΕΣΣΔ ίδρυσαν τα δικά τους κλαμπ. Ο σιδηρόδρομος την Λοκομοτίβ, ο στρατός την ΤΣΣΚΑ και η μυστική αστυνομία την Ντιναμό. Η Σπαρτάκ Μόσχας συνδεόταν με το συνδικάτο των εργατών στην κρεατοβιομηχανία κι έτσι από «Αθλητικό Σωματείο Μόσχας», όπως ονομαζόταν τον μητρικό σωματείο που είχε να κάνει με όλα τα αθλήματα, μετονομάστηκε αρχικά σε «Κόκκινη Πρέσνια» (περιοχή της Μόσχας), στη συνέχεια «Πιστσεβίκι» που αναφερόταν στους εργάτες της βιομηχανίας τροφίμων, έπειτα Προμκοοπεράτσιγια (μτφ. βιομηχανική κοοπερατίβα) και τελικά το 1934 σε Σπαρτάκ, όνομα εμπνευσμένο από τον ηγέτη των εξεγερμένων σκλάβων Σπάρτακο.

Βασικοί υπεύθυνοι για την εξέλιξη του ποδοσφαιρικού συλλόγου που επίσημα ιδρύθηκε στις 18 Απριλίου 1922 ήταν ο Νικολάι Σταρόστιν και τα τρία αδέλφια του τα αγάλματα των οποίων συναντά ο σημερινός επισκέπτης στο γήπεδο της Σπαρτάκ. Ο Νικολάι Σταρόστιν ήταν ο υπεύθυνος για την τελική ονοματοδοσία του κλαμπ καθώς και για την οργάνωση που το κατέστησε υπερδύναμη στο σοβιετικό ποδόσφαιρο της δεκαετίας του ’30 και αντίπαλον δέος της Ντιναμό Μόσχας. Το γεγονός ότι η Σπαρτάκ δεν χρηματοδοτούνταν από τον στρατό ή την αστυνομία όπως αντίστοιχα η ΤΣΣΚΑ και η Ντιναμό και είχε τις βάσεις της στον οργανωμένο σε συνδικάτα σοβιετικό λαό αυτό της έδωσε και την ονομασία «Ομάδα του Λαού» και δεν θεωρούνταν από τις ευνοούμενες ομάδες της επαναστατικής κυβέρνησης που ήδη είχε μεταλλαχθεί σε ολοκληρωτικό καθεστώς. Οπαδοί της ήταν οι περισσότεροι από τους εργάτες της Μόσχας καθώς και αρκετοί διανοούμενοι. Για πολλούς από τους οπαδούς της η Σπαρτάκ συμβόλιζε τον κόσμο που αντιτίθεται στην επιβολή της εξουσίας από τα πάνω, μιας εξουσίας που όση δύναμη και να έχει δεν θα μπορέσει να στερήσει από τον σοβιετικό πολίτη την ελευθερία του για το ποια ομάδα θα υποστηρίζει.

starostin

Οι αδερφοί Σταρόστιν και δεξιά ο Νικολάι Σταρόστιν

Σύμφωνα με τον Αμερικανό ειδικό στην σοβιετική ιστορία και συγγραφέα του βιβλίου Spartak Moscow – A History of the People’s Team in the Workers State, Ρόμπερτ Έντελμαν η αλήθεια δεν ήταν τόσο απλοϊκή καθώς και Σταρόστιν είχε καταφέρει να βρει άκρες στο σύστημα εξουσίας και συγκεκριμένα στον Αλεξάντερ Κοζάρεφ που έγινε ο πάτρονας της Σπαρτάκ. Μετά την κατάκτηση των δύο τελευταίων πρωταθλημάτων πριν την έναρξη του πολέμου ο Κοζάρεφ εκτελέστηκε ως ένας από τους κοντινούς συνεργάτες του πρώην διοικητή της διαβόητης μυστικής αστυνομίας (NKVD), Νικολάι Γιεζόφ. Οι αδερφοί Σταρόσκιν έγιναν στόχος του νέου επικεφαλής, του Λαυρέντι Μπέρια ο οποίος στη συνέχεια ανέλαβε και την προεδρία της Ντιναμό Μόσχας. Οι Σταρόσκιν έπεσαν θύματα των στημένων δικών με ψεύτικες κατηγορίες και συνελήφθησαν το 1942. Ο κύριος λόγος ήταν ότι «χρησιμοποιούσαν μεθόδους της μπουρζουαζίας στον αθλητισμό» αλλά για καλή τους τύχη και σίγουρα χάρη στη μεγάλη φήμη του ποδοσφαιρικού συλλόγου που διοικούσαν την «γλίτωσαν» με 10ετή φυλάκιση σε γκούλαγκ της Σιβηρίας. Σύμφωνα με τους ιστορικούς ο Μπέρια είχε αναγκάσει αθλητές της Σπαρτάκ να κατηγορήσουν τους Σταρόστιν ότι είχαν σχέδιο να δολοφονήσουν τον Στάλιν κατά τη διάρκεια παιχνιδιού της Σπαρτάκ. Βέβαια είναι γνωστό ότι ο Στάλιν δεν φημιζόταν για τις συχνές του εμφανίσεις στα γήπεδα και ήταν μάλλον οπαδός της παρακολούθησης παρελάσεων.

Ο Αλεξάντερ Βάινσταιν, βιογράφος του Νικολάι Σταρόστιν, σημειώνει πως μετά την επαναφορά του στο δημόσιο βίο και τον θάνατο του Στάλιν ο πρόεδρος της Σπαρτάκ είχε καταφέρει να αποκτήσει πολύ καλές σχέσεις με το καθεστώς. Ο Βάινσταιν επιμένει μάλιστα πως η «αντικαθεστωτική ταυτότητα» των οπαδών της Σπαρτάκ προερχόταν κυρίως από τον ετεροπροσδιορισμό τους σε σχέση με τις Ντιναμό και ΤΣΣΚΑ και την εύνοια και στήριξη που αυτές απολάμβαναν από το σοβιετικό κράτος. Η Ντιναμό ήταν με διαφορά πλουσιότερη από την μεγάλη της αντίπαλο και μάλιστα τα μεταπολεμικά χρόνια κατάφερναν μαζί με την ΤΣΣΚΑ να παίρνουν τους καλούς παίκτες της Σπαρτάκ και να την αποδυναμώνουν που πράγμα που λέγεται ότι ενόχλησε μέχρι και τον Στάλιν από τη στιγμή που προκαλούσε δυσαρέσκεια στους οπαδούς της πιο λαοφιλούς ομάδας. Σύμφωνα πάντως με τον Βάινσταϊν η Σπαρτάκ Μόσχας ήταν η λαοφιλέστερη ομάδα λόγω του θεαματικού ποδοσφαίρου που έπαιζε. Η φήμη της ως θεαματική ομάδα ενισχύθηκε κατά τη δεκαετία του ’50 με τους Ιγκόρ Νέτο και Νικίτα Σιμονιάν (πρώτος σκόρερ της ιστορίας της με 133 γκολ), κατά την περίοδο 1977-88 με προπονητή τον Κονσταντίν Μπέσκοφ και μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ στα πρώτα χρόνια του Ρωσικού Πρωταθλήματος.

Εδουάρδο Γκαλεάνο: Η μπάλα

Η μπάλα των Κινέζων ήταν δερμάτινη, παραγεμισμένη με κάνναβη. Οι Αιγύπτιοι της εποχής των Φαραώ την έφτιαχναν από άχυρο ή πίτυρα, και την τύλιγαν με χρωματιστά πανιά. Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν την κύστη του βοδιού, την οποία γέμιζαν και έραβαν. Οι Ευρωπαίοι του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης έπαιζαν με μια μπάλα σχήματος οβάλ, παραγεμισμένη με αλογότριχες. Στην Αμερική, την έφτιαχναν από καουτσούκ, και χοροπηδούσε όσο σε κανένα άλλο μέρος. Οι χρονικογράφοι της ισπανικής αυλής αναφέρουν με τι τρόπο ο Ερνάν Κορτές έκανε μια μεξικανική μπάλα να πετάξει ψηλά, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του αυτοκράτορα Καρόλου. Η μπάλα από λάστιχο, που τη φούσκωναν και την κάλυπταν με δέρμα, γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, χάρη στην ευρηματικότητα του Τσαρλς Γκούντγιαρ, ενός Αμερικανού από το Κονέκτικατ. Και χάρη στην ευρηματικότητα τριών Αργεντινών από την Κόρδοβα, του Τοσολίνι, του Βαλμπονέζι και του Πόλο, γεννήθηκε, πολύ αργότερα, η μπάλα χωρίς ραφές. Οι ίδιοι επινόησαν τον αεροθάλαμο (σαμπρέλα) με βαλβίδα ασφαλείας, τον οποίο γέμιζαν αέρα με αντλία, κι έτσι από το Μουντιάλ του ’38 οι παίκτες δεν έγδερναν πια το κεφάλι τους. Γύρω στα μέσα του 20ού αιώνα, η μπάλα ήταν καφέ. Στη συνέχεια άσπρη. Σήμερα τα μοντέλα είναι μαύρα σε άσπρο φόντο, με διάφορες παραλλαγές. Τώρα έχει περίμετρο εβδομήντα εκατοστά και είναι καλυμμένη με πολυουρεθάνη πάνω σε αφρό πολυαιθυλενίου. Είναι αδιάβροχη, ζυγίζει λιγότερο από μισό κιλό, και κινείται γρηγορότερα από την παλιά δερμάτινη μπάλα, που γινόταν ασήκωτη τις βροχερές μέρες. Την αποκαλούν με διάφορα ονόματα: σφαίρα, τόπι, στρογγυλή θεά. Στη Βραζιλία δεν αμφιβάλλει κανείς ότι είναι γυναίκα. Οι Βραζιλιάνοι τη λένε χοντρούλα, γκορντουτσίνια, ή κοριτσάκι, μενίνα, και της δίνουν διάφορα ονόματα, Μαρικότα, Λεονόρ ή Μαργαρίτα. Ο Πελέ τη φίλησε στο Μαρακανά, όταν έβαλε το χιλιοστό του γκολ, και ο Ντι Στέφανο της έστησε μνημείο στην είσοδο του σπιτιού του, μια μπρούντζινη μπάλα με την επιγραφή Σ’ ευχαριστώ, παλιοκόριτσο. Η μπάλα είναι πιστή. Στον τελικό του Μουντιάλ του ’30 οι δυο ομάδες επέμεναν να παίξουν με τη δική τους μπάλα. Ο κριτής, σαν τον σοφό Σολομώντα, αποφάσισε ότι στο πρώτο ημίχρονο θα έπαιζαν με την μπάλα της Αργεντινής και στο δεύτερο με την μπάλα της Ουρουγουάης. Η Αργεντινή κέρδισε στο πρώτο ημίχρονο, και η Ουρουγουάη στο δεύτερο. Όμως η μπάλα έχει και τις ιδιοτροπίες της, και καμιά φορά δεν θέλει να μπει στο τέρμα, γιατί αλλάζει γνώμη στον αέρα, και λοξοδρομεί. Είναι, βλέπετε, πολύ μυγιάγγιχτη. Δεν ανέχεται να την κλοτσάνε εκδικητικά, ή να την κακομεταχειρίζονται. Απαιτεί να τη χαϊδεύουν, να τη φιλάνε, να τη νανουρίζουν στο στήθος, ή στο πόδι τους. Είναι πολύ περήφανη, και ίσως λιγάκι αλαζονική, αλλά δεν έχει άδικο: ξέρει καλά πως δίνει χαρά σε πολλές ψυχές, και πως πολύς κόσμος κοψοχολιάζεται όταν πέφτει άγαρμπα.

Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο υπήρξε «ένας ζητιάνος που περιφέρεται ανά τον κόσμο, παρακαλώντας για λίγο καλό ποδόσφαιρο στα γήπεδα» μιλώντας και γράφοντας πολύ και για την«ιστορία του ποδοσφαίρου που είναι ένα θλιβερό ταξίδι από το πηγαίο στο αναγκαίο». Κατάφερε να συγκεράσει με τον δικό του απαράμιλλο τρόπο δύο μεγάλες παραδόσεις της Λατινικής Αμερικής στον 20ο αιώνα, το ποδόσφαιρο και τη λογοτεχνία. Στις 13 Απριλίου 2015 πήγε να συναντήσει τους αγαπημένους του Σκιαφίνο και Βαρέλα που συνεχίζουν να παίζουν με ουρουγουανικό στυλ στο γήπεδο του ουρανού. Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάπυρος.

Ο Πουγιόλ είναι αυτός που λείπει

Ο Πουγιόλ είναι η φάση στο Κάμπ Νου τον Οκτώβριο του 2002 όταν η Μπαρτσελόνα αντιμετωπίζει την Λοκομοτίβ Μόσχας για τους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ κι ενώ το σκόρ είναι 0-0 η ρωσική ομάδα βγαίνει στην κόντρα, ο Ομπιόρα περνάει τον τερματοφύλακα Μπονάνο και ανάμεσα σε αυτόν και το γκολ παρεμβαίνει με το στήθος ένας τύπος με μακρύ σγουρό μαλλί και σιδερένια θέληση. Αυτός είναι ο Πουγιόλ, ο παίκτης που αναδείχθηκε το καλύτερο δεξί μπακ στη διοργάνωση την προηγούμενη χρονιά και που το εκπληκτικό αυτό στοπ του πανηγυρίστηκε σαν γκολ στο Καμπ .

Ο Πουγιόλ είναι ο πανηγυρισμός του στο Σαντιάγο Μπερναμπέου τον Μάιος του 2009. Η Μπαρτσελόνα μόλις έχει ισοφαρίσει με τον Ανρί το γκολ του Ιγκουαϊν. Χτύπημα φάουλ του Τσάβι από το ύψος του άουτ, κεφαλιά ο Πουγιόλ, 2-1, βγάζει το περιβραχιόνιο με την καταλανική σημαία και το φιλάει κοιτώντας προς τους οπαδούς της Ρεάλ

Ο Πουγιόλ είναι το παρατσούκλι «Ταρζάν», όπως τον ονομάτισε ο Ναδάλ το 1999 αντιγράφοντας το παρατσούκλι του Μιγκέλι, ενός άλλου μεγάλου αρχηγού που φημίζοταν για την αποφασιστικότητα και τη φυσική του δύναμη. Είναι αυτή η δύναμη που τον έστειλε στον ουρανό της Νότιας Αφρικής στον ημιτελικό  με τη Γερμανία να κερδίσει την κεφαλιά από τα ψηλότερα κορμιά και να στείλει τη μπάλα στα δίχτυα και την Ισπανία στον τελικό

Ο Πουγιόλ είναι η υπομονή που χρειάστηκε να κάνει στο χωριό του, την Λα Πόμπλα ντελ Σεγκούρ, για να του δοθεί και η δεύτερη ευκαιρία να περάσει τα δοκιμαστικά και να βρεθεί στις μικρές ομάδες του αγαπημένου του συλλόγου. Το ίδιο και εκεί, παρά τις καλές εμφανίσεις και την φυσική του δύναμη χρειάστηκε να κάνει υπομονή και να σφυρηλατήσει τη σιδερένια του θέληση μέχρι ο Λούις Φαν Χάαλ να τον πάρει στην πρώτη ομάδα και να του δώσει παιχνίδια.

Ο Πουγιόλ είναι το πείσμα και η δουλειά, αυτά που από έναν υπό αμφισβήτηση νεαρό της ακαδημίας τον έκαναν το 2003 τον πιο ακριβοπληρωμένο και σεβαστό ποδοσφαιριστή του συλλόγου και στη συνέχεια αρχηγό. «Τεχνικά είναι στο 6-7, αλλά αν χρειαστεί, μπορεί να παίξει ακόμα και με ένα πόδι» είχε πει στον Φαν Χάαλ ο πρώτος προπονητής του Πουγιόλ, Τζουάν Μαρτίνεθ Βιλασέκα. «Δεν έχω την τεχνική του Ρομάριο, την ταχύτητα του Όφερμαρς και τη δύναμη του Κλάιφερτ, όμως δουλεύω σκληρότερα από τους άλλους. Είμαι σαν τον μαθητή που δεν είναι τόσο έξυπνο αλλά μελετάει πολύ πριν τις εξετάσεις και στο τέλος τα πηγαίνει καλά». Κι έτσι έκανε πάντα.

Ο Πουγιόλ είναι ο ορισμός της συγκέντρωσης και της αυτοκυριαρχίας μέσα στο παιχνίδι. Όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, το σκορ, ο αντίπαλος, η σημασία του παιχνιδιού. Είναι αυτό που θέλει ο προπονητής, ένας προπονητής μέσα στο γήπεδο. Είναι η φωνή, όπως είχε πει o Πικέ: «Είναι αδύνατον για μένα να χάσω την συγκέντρωση μου έστω και για ένα δευτερόλεπτο γιατί πάντα ακούω τη φωνή να λέει «Ζέρι Ζέρι Ζέρι» και όταν γυρίσω και του πω «τι τρέχει;» θα πει «τίποτα,απλά μείνε ξύπνιος».

Ο Πουγιόλ είναι ο ήρωας της Μπαρτσελόνα. Ο σούπερ ήρωας, κάτι σαν τον Σούπερμαν. Αυτός που δεν λυγίζει ποτέ, που πάντα μπορείς να βασιστείς πάνω του, που ξέρεις ότι δεν θα σε προδώσει και που στο τέλος θα σε σώσει από τους κακούς.

Ο Πουγιόλ είναι ο σεβασμός του αντιπάλου και το fair play. Αν και αδικείται ή βάλλεται δεν επιτρέπει το να ανάψουν τα αίματα. Κάνει παρατήρηση στον Άλβες και στον Τιάγκο για τους χορευτικούς τους πανηγυρισμούς σε παιχνίδι με την Ράγιο Βαγιεκάνο όπου η Μπαρτσελόνα προηγείται ήδη με 4 γκολ. Αράζει από το χέρι τον αναπτήρα που χτύπησε τον Πικέ στο παιχνίδι με τη Ρεάλ κι αυτός αμέσως έτρεξε να κλαφτεί στον διαιτητή.

Ο Πουγιόλ είναι ο μόνος που χαιρετάει τον Φίγκο μετά το παιχνίδι με το μπουκάλι ουίσκι και την γουρουνοκεφαλή, αφού τον έχει παίξει μαν του μαν, τον έχει σβήσει και η Μπαρτσελόνα έχει κερδίσει 2-0.

Ο Πουγιόλ είναι αυτός που χειμώνα βράδυ στην παγωμένη Ανατολική Ευρώπη κάθεται στον πάγκο και φοράει το σορτσάκι ενώ οι άλλοι είναι σκεπασμένοι με κουβέρτες.

Ο Πουγιόλ είναι η απάντηση που μου έδωσε ένας 10χρονος ελληνοκαταλανός όταν το 2002 (με Ριβάλντο, Σαβιόλα, Κλάιφερτ, Λουίς Ενρίκε, Όφερμαρς, Κοκού τότε) τον ρώτησα ποιος είναι ο αγαπημένος του παίκτης της Μπάρσα.

Ο Πουγιόλ είναι ο άνθρωπος που ο Γκουαρδιόλα τον βάζει στο ‘88 στον τελικό του Λονδίνου το 2011 για να σηκώσει την κούπα κι ενώ έχει το περιβραχιόνιο καλεί την τελευταία στιγμή τον Αμπιντάλ που μόλις είχε επανέλθει από την επέμβαση για τον καρκίνο στο συκώτι και του ζητάει να την σηκώσει αυτός. Το ίδιο κάνει και το 2013 με την κούπα του πρωταθλήματος που καλεί τους Τίτο Βιλανόβα και Αμπιντάλ να τη σηκώσουν.

Πάνω απ’ όλα, ο Πουγιόλ είναι αυτός που λείπει σήμερα από την Μπαρτσελόνα. Σήμερα που πιο πολύ απ’ όλα έχει σημασία το κυνήγι των διαφημίσεων και των κερδών, σήμερα που χάνεται η ταυτότητα και το ποδοσφαιρικό πλάνο από τον σύλλογο. Είναι αυτός που θα μπορούσε να κρατήσει συγκεντρωμένους και ψυχωμένους τους συμπαίκτες του.

Μπορεί να λείπει αλλά δεν θα ξεχάσουμε ούτε αυτόν ούτε τα γενέθλια του ποτέ. Feliç aniversari Puyi!

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο cult24.gr

Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών

Το 1923, κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών που προέβλεπε η συνθήκη της Λωζάνης, σύμφωνα με το Αρχείο αστικής προσφυγικής αποκατάστασης Θεσσαλονίκης στην πόλη εγκαταστάθηκαν 170.000 πρόσφυγες αστικής προέλευσης  σε αστικά ακίνητα των ανταλλάξιμων Μουσουλμάνων του κεντρικού κορμού της πόλης, αλλά και στους, περίπου, 50 (πενήντα) περιαστικούς συνοικισμούς (Τριανδρία, Τούμπα, Καλαμαριά, Σταυρούπολη, Μενεμένη, Αμπελόκηποι, Εύοσμος, Ν. Κρήνη, Αλατίνι, κ.ά.). Οι Κωνσταντινουπολίτες επέλεξαν κυρίως τις περιοχές του κέντρου ή γύρω από αυτό (Επτάλοφος, Ξηροκρήνη, Τούμπα). Οι πρόσφυγες αυτοί, όπως όλοι οι πρόσφυγες της ιστορίας, έφεραν μαζί τους τις συνήθειες και τον πολιτισμό τους. Βασικό στοιχείο της καθημερινότητας ήταν ο αθλητισμός και ειδικότερα το ποδόσφαιρο που ήταν το πιο δημοφιλές και ανεπτυγμένο άθλημα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μάλιστα τα πρώτα ποδοσφαιρικά παιχνίδια στην επικράτεια της είχαν διεξαχθεί στη Selanik, στη Θεσσαλονίκη ελληνιστί. Από τις αρχές του 20ου αιώνα υπήρχε οργανωμένο πρωτάθλημα στην Κωνσταντινούπολη.

Το 1924 ιδρύθηκε η Ένωση Κωνσταντινουπολιτών Θεσσαλονίκης και 1925 δημιουργήθηκε το αθλητικό τμήμα της Ένωσης με πρόεδρο τον  Φανούριο Βυζάντιο. Μετά από λίγους μήνες οι ποδοσφαιριστές του συλλόγου μαζί με παράγοντες θέλησαν να διαχωρίσουν το αθλητικό κομμάτι και δημιούργησαν την ΑΕΚ Θεσσαλονίκης. Αυτό προκάλεσε αντιδράσεις με αποτέλεσμα να διασπαστεί στα δύο η Ένωση. Έτσι στις 30 Μαρτίου 1926, ημερομηνία που συγκεντρώθηκαν στη Λέσχη Κωνσταντινουπολιτών οι Τριαντάφυλλος Τριανταφυλλίδης, Κωνσταντίνος Κοεμτζόπουλος, Κωνσταντίνος Κρητικός, Μιχάλης Θεοδοσιάδης, Ιωακείμ Ιωακειμόπουλος, Αριστόδημος Δημητριάδης, Αλέξανδρος Αγγελόπουλος και Μενέλαος Τσούλκας και υπέγραψαν το πρωτόκολλο ιδρύσεως του νέου «ποδοσφαιρικού και Αθλητικού Σωματείου υπό την επωνυμίαν «Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών». Στις 10 Απριλίου υπογράφηκε από τα μέλη του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου του ΠΑΟΚ η αίτηση αναγνώρισης στο Πρωτοδικείο και η επίσημη έγκριση δόθηκε στις 20 Απριλίου. Ο Ερασιτέχνης ΠΑΟΚ έχει ορίσει ως επίσημη ημερομηνία ίδρυσης την 12η Απριλίου 1926.

synrtivani_gipedo

Ο πρώτος αγώνας του συλλόγου ήταν μια νίκη εναντίον του Ηρακλή στις 26 Ιουλίου 1926 με σκορ 2–1. Το πρώτο γήπεδο του ΠΑΟΚ εγκαινιάστηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1930 και βρισκόταν στο Συντριβάνι. Στη φωτογραφία, πίσω δεξιά από την Φιλοσοφική Σχολή, εκεί που τώρα βρίσκεται η Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ, διακρίνεται το τότε γήπεδο του ΠΑΟΚ στο Συντριβάνι. Βρισκόταν ακριβώς δίπλα στον προσφυγικό συνοικισμό Αγία Φωτεινή και αποτελούσε χώρο μάζωξης των προσφύγων απ’ όλη την πόλη, από τη Νεάπολη μέχρι την Καλαμαριά. Αριστερά στη φωτογραφία φαίνεται και το γήπεδο του Ηρακλή, εκεί που τώρα είναι η πλατεία Χημείου. Το 1940 ο ΠΑΟΚ κατέκτησε το πρωτάθλημα Μακεδονίας – Θράκης, θρίαμβο που επανέλαβε το 1948. Το καλοκαίρι του 1952 πραγματοποιήθηκε ο πρώτος νυχτερινός αγώνας στο γήπεδο του Συντριβανίου ανάμεσα στον ΠΑΟΚ και στον Πανιώνιο ενώ το 1959 η έδρα μεταφέρθηκε στο γήπεδο της Τούμπας

Ενδιαφέρον όμως έχει το πως έγινε ο ΠΑΟΚ μια ομάδα τόσο δημοφιλής. Τη δεκαετία του ’50 που είναι η εποχή ανάπτυξης του ελληνικού ποδοσφαίρου μετά τους πολέμους (εσωτερικούς και διεθνείς) ο ΠΑΟΚ χάρη στη δουλειά του αυστριακού προπονητή Βίλι Σέβτσικ είχε φτιάξει τμήματα υποδομής στις αρχές της δεκαετίας που μέσα από αυτά αναδείχτηκαν ταλαντούχοι παίκτες που σε συνδυασμό με επιτυχημένες μεταγραφές βορειοελλαδιτών έκαναν την ομάδα να πρωταγωνιστεί στα πρωταθλήματα της Μακεδονίας (δεν υπήρχε ακόμη Α’ Εθνική) κι έφτασε και σε τελικό κυπέλλου. Στη συνέχεια από εκεί βγήκε και ο Κούδας. Ταυτόχρονα αυτή η επιτυχία στη Βόρειο Ελλάδα έκανε την ομάδα διάσημη σε όλη την περιοχή την ίδια στιγμή που ήταν η πιο γνωστή προσφυγική ομάδα της Θεσσαλονίκης και κατ’ επέκταση προσέλκυε επιπλέον τους πολλούς οπαδούς προσφυγικής καταγωγής που έχει η Βόρεια Ελλάδα (Γιαννιτσά, Ημαθία, Κιλκίς, Σέρρες, Πιερία, Πτολεμαϊδα χαρακτηριστικές περιοχές). Η αστικοποίηση έφερε χιλιάδες κατοίκους της Μακεδονίας στους περιφερειακούς δήμους της πόλης κι έτσι το φαινόμενο αναπτύχθηκε και με τη βοήθεια των νέων επιτυχιών και των τίτλων που είναι γνωστά σε όλους. Το ευχάριστο για τον σύλλογο είναι ότι συνεχίζει να διατηρεί την καλή παράδοση στις υποδομές και συνεχίζει να βγάζει παίχτες.

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια φτωχογειτονιά στο Μπουένος Άιρες…

Ήδη πριν την αυγή του 20ου αιώνα το ποδόσφαιρο ήταν ευρέως διαδεδομένο στην Αργεντινή. Ηθικός αυτουργός ήταν ένας Σκοτσέζος δάσκαλος ονόματι Αλεξάντερ Γουάτσον Χάτον που έφτασε στην Αργεντινή το 1882. Τότε ήταν το ράγκμπι το δημοφιλέστερο άθλημα και η διεύθυνση του σχολείου Σεντ Άντριους όπου δίδασκε ο Χάτον δεν του έκανε τη χάρη να φτιάξει ποδοσφαιρικό γήπεδο όπως αυτός ζήτησε. Ο επίμονος Σκοτσέζος έφυγε, ίδρυσε το δικό του σχολείο όπου εκεί διδασκόταν το ποδόσφαιρο στο οποίο ο «προσηλυτισμός» ντόπιων και μεταναστών γινόταν με αυξανόμενους ρυθμούς. Έτσι το 1891 μαζί με άλλους Σκοτσέζους μετανάστες μάζεψαν πέντε ομάδες και συνέστησαν  την πρώτη λίγκα που φτιάχτηκε εκτός  Βρετανίας, την Argentine Association Football League.

Το ποδόσφαιρο το αγκάλιασαν οι νέοι του Μπουένος Άιρες, της πρωτεύουσας της Αργεντινής που βρίσκεται στις όχθες του Ρίο ντε Λα Πλάτα, River Plate όπως το έλεγαν οι Βρετανοί. Ποδοσφαιρικές ομάδες άρχισαν να ξεπηδούν στις φτωχογειτονιές της πόλης των 900.000 κατοίκων. Όπως έγραψε ο Εντουάρντο Γκαλεάνο το ποδόσφαιρο γεννήθηκε στις γειτονιές αυτές, όπως το ταγκό. Η μορφολογία του χώρου, τα σοκάκια και οι μικρές πλατείες, ήταν καθοριστικές στο να αναπτυχθεί ένας ντόπιο τρόπος παιχνιδιού που διέφερε σημαντικά από αυτόν των Άγγλων καθώς έδινε σημασία στην τεχνική και στην πάσα και όχι στη δύναμη. Πιθανότατα σε αυτό έπαιξε ρόλο και το ότι οι emigrantes, ο κόσμος που κατέφθανε συνεχώς στη Νέα Γη για μια νέα ευκαιρία στη ζωή του, προέρχονταν από την Ισπανία και την Ιταλία.

1200px-LaBoca_ST_98

Η Μπόκα ήταν μια τέτοια φτωχογειτονιά δίπλα στο στόμιο του ποταμού του μικρού ποταμού Ματάνζα (ισπ. boca=στόμα)  που κατοικούνταν κυρίως από Γενοβέζους (Xeneixes) μετανάστες. Για την ακρίβεια θύμιζε τη Γένοβα μιας άλλης εποχής, τότε που οι Γενοβέζοι διέθεταν τεράστια δυναμική στο εμπόριο. Η Μπόκα με τα πολύχρωμα ξύλινα σπίτια όλη την ημέρα μέχρι να βραδιάσει έσφυζε από κόσμο κι από κίνηση στα πολλά μαγαζιά της. Οι ταβέρνες με φαγητό είχαν επίσης την τιμητική τους όπως θα περίμενε κανείς από γνήσιους Ιταλούς. Το ποδόσφαιρο κι αυτό βρισκόταν σε δυναμική ανάπτυξη σε αυτή την «ιταλική χώρα» του Μπουένος Άιρες.

Οι πέντε φίλοι Αλφρέντο Σκαρπάτι, Σαντιάγο Σάνα,  Εστέμπαν Μπαγλιέτο και τα αδέρφια Τεόντορο και Χουάν  Φαρένγκα ήταν μια παρέα νέων που αγαπούσε το ποδόσφαιρο το οποίο τοο διδάχθηκε από τον Πάντι Μακάρθι, έναν Ιρλανδό ποδοσφαιριστή και πυγμάχο που ζούσε στο Μπουένος Άιρες και δούλευε άλλοτε σαν προπονητής πυγμαχίας και άλλοτε μυούσε ως προπονητής ποδοσφαίρου τους Αργεντίνους στα μυστικά αυτού του ξεχωριστού αθλήματος.  Την τρίτη μέρα του Απρίλη του 1905 η νεαρή γενοβέζικη παρέα βρέθηκε στο σπίτι της οικογένειας Μπαγλιέτο για να ιδρύσει μια ποδοσφαιρική ομάδα., όμως ο μπαμπάς Μπαγλιέτο περίμενε επισκέψεις που μόλις είχαν φτάσει κι έτσι έσπευσε να ξεφορτωθεί τους πέντε ποδοσφαιρόφιλους οι οποίοι μετέφεραν τη συνάντηση τους στην πλατεία Σολίς. Εκεί, όπου σήμερα υπάρχει μια πλάκα να μνημονεύει το γεγονός, οι πέντε φίλοι αποφάσισαν, χωρίς να μπορούν γνωρίζουν, την ίδρυση αυτού που έμελλε να γίνει ένα από τα πιο ποδοσφαιρικά σωματεία στον κόσμο και το πιο δημοφιλές στην Αργεντινή, την Μπόκα Τζούνιορς. Το «τζούνιορς» είναι από τις βρετανικές λέξεις που σηματοδοτούν το νεαρό της ηλικίας και χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στα ονόματα των ομάδων.

boca-1930

Πρωταθλήτρια Αργεντινής για 6η φορά το 1930 

Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα, το ποια χρώματα θα υιοθετηθούν. Εκείνη την εποχή δεν ήταν εύκολο να βρεθούν ποδοσφαιρικές ενδυμασίες κι από τη στιγμή που ήθελαν άμεσα να σχηματιστεί η ομάδα και να παίξει με κάποιον αντίπαλο έπρεπε να έχουν έτοιμες τις φανέλες τους. Έτσι η αδερφή των Φαρένγκα, η Εμανουέλα, τους έραψε μαύρες ρίγες σε άσπρες μπλούζες προκειμένου να τις χρησιμοποιήσουν στα πρώτα παιχνίδια. Το πρώτο παιχνίδι πραγματοποιήθηκε στις 21 Απριλίου 1905 στην Ντάρσενα Σουρ (μτφ Νότια Λεκάνη) με αντίπαλο την Κλαμπ Μαριάνο Μορένο το οποίο η Μπόκα το κέρδισε με 4-0. Τα άσπρα με τις μαύρες ρίγες (άλλοτε μπλε σκούρες) μπορεί να έφερναν γούρι  όμως  οι ιδρυτές ήθελαν να επιλεγούν συνειδητά τα χρώματα που θα αποτελούσαν τα επίσημα χρώματα του συλλόγου. Αυτά που απέκλειαν ήταν τα χρώματα της Αλούμνι, της καλύτερης αγγλικής ομάδας στην Αργεντινή εκείνη την εποχή, τα ερυθρόλευκα. Την λύση την βρήκε ο Χουάν Μπρικέτο που δούλευε στη γέφυρα από κάτω από την οποία περνούσαν τα καράβια που έμπαιναν στο λιμάνι. Η ιδέα του ήταν να επιλεγούν τα χρώματα της σημαίας του πρώτου καραβιού που θα έμπαινε από τη στιγμή που θα υιοθετούνταν η ιδέα. Το πρώτο καράβι που μπήκε ήταν από τη Σουηδία και σύμφωνα με στοιχεία που βρέθηκαν από έρευνα του Λουίς Χάβας ήταν το φορτηγό Ντρότνινγκ Σοφία που μπήκε στο λιμάνι το πρωί της 23ης Μαρτίου 1907, δυο χρόνια μετά την ίδρυση της ομάδας. Το μπλε και το κίτρινο έγιναν τα χρώματα με τα οποία δοξάστηκε η φτωχή γενοβέζικη γειτονιά του Μπουένος Άιρες, η γειτονιά των Xeinezes χάρη στο καμάρι της γειτονιάς που κατέκτησε 3 φορές (1977, 2000 και 2003) την κορυφή του κόσμου απέναντι στις Ευρωπαίες πρωταθλήτριες.

Trivia: Στην γειτονιά Μπόκα το 1882 οι κάτοικοι, στην πλειοψηφία τους Ιταλοί μετανάστες, αποφάσισαν να διακηρύξουν τη Δημοκρατία της Μπόκα εξαιτίας της δυσαρέσκειας τους απέναντι στην κεντρική διοίκηση.

Trivia2: Η Μπόκα θεωρείται διαχρονικά η πιο ριζοσπαστική γειτονιά του Μπουένος Άιρες. Το 1935 εκεί εξελέγη ο πρώτος σοσιαλιστής βουλευτής, ο Αλφρέδο Παλάσιος. Κατά την εξέγερση του 2001 αποτέλεσε το κύριο θέατρο διαδηλώσεων στην πόλη.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο cult24.gr