Το Ευαγγέλιο του Γιόχαν Κρόιφ

«Το να παίζεις ποδόσφαιρο είναι πολύ απλό αλλά το να παίζεις απλό ποδόσφαιρο είναι το πιο δύσκολο πράγμα που υπάρχει»

Ο Άγγλος συγγραφέας Ντέιβιντ Μίλερ όταν τον είδε να παίζει τον αποκάλεσε «Πυθαγόρα με ποδοσφαιρικά παπούτσια», ο Φραντς Μπεκενμπάουερ τον θεωρεί «ότι καλύτερο έχει παράγει το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο» και ο ποδοσφαιρικός κόσμος τον αναγνώριζε ως  ακρογωνιαίο λίθο του Άγιαξ στις αρχές του ’70. Η ομάδα τον μακρυμάλληδων του Ρίνους Μίχελς έπαιξε αυτό που λέγεται από τότε «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο», ένα τελείως διαφορετικό μέχρι τότε στυλ παιχνιδιού, φαινομενικά άναρχο άλλα στην πραγματικότητα ένα στυλ που είχε εντάξει την ατομικότητα κάθε μέλους της ομάδας σε ένα σύστημα συνδυάζοντας την πειθαρχία με την ελευθερία. Ο Γιόχαν Κρόιφ, Κράουφ κατά την ορθή ολλανδική προφορά, ήταν ο καλύτερος παίχτης αυτής της ομάδας και η προσωποποίηση αυτής της μεγάλης ποδοσφαιρικής επανάστασης. Όταν όμως ο Κρόιφ σταμάτησε το ποδόσφαιρο και έγινε προπονητής τότε έδειξε στον ποδοσφαιρικό κόσμο ότι δεν ήταν απλά ο καλύτερος εκπρόσωπος της γενιάς του αλλά ένας οραματιστής φιλόσοφος του παιχνιδιού, το πρόσωπο που θα «κήρυττε» την εξέλιξη του τρόπου που παίζεται η λαοφιλής μπάλα και το κήρυγμα του θα αποτελούσε ευαγγέλιο.

Cruyff-08

Σε κείμενο του πριν ένα χρόνο ο δημοσιογράφος Ντέιβιντ Γουίνερ αναφέρεται στην «Εκκλησία του Κρόιφ» περιγράφοντας την επιρροή που άσκησε ως ποδοσφαιρικός φιλόσοφος, παίκτης και προπονητής, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Ο Κρόιφ και το ευαγγέλιο του βρήκαν πιστούς ακόλουθους και μαθητές στην Μπαρτσελόνα, την ομάδα που κρύβει μέσα της όλες τις ομάδες του κόσμου όπως έχει γράψει ο Σάντρο Μοντέο αναφερόμενος στην ποικιλομορφία της Μπαρτσελόνα και στην τάση της να δέχεται και να ενσωματώνει στοιχεία των καλύτερων ομάδων του παρελθόντος, από τον Άγιαξ του ’70 μέχρι την Μίλαν του Αρίγκο Σάκι.  Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η πόλη της Βαρκελώνης αποτελεί ένα χαρμάνι πολιτισμών, καταβολών και τρόπων ζωής και φημίζεται για την ανεκτικότητα της.  Σε αυτή την πόλη ο Κρόιφ βρήκε το περιβάλλον που τον έκανε «έναν από αυτούς», έναν Καταλανό από το Άμστερνταμ και μέσα σε αυτό το περιβάλλον πάτησε στα θεμέλια του συλλόγου και έκτισε ένα σύστημα παραγωγής ποδοσφαίρου με βάση τη δική του φιλοσοφία το όποιο εξελίσσεται μέχρι σήμερα.

«Το να κερδίζεις είναι σημαντικό αλλά το να έχει το δικό σου στυλ, να σε αντιγράφουν και να σε θαυμάζουν γι αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο»

Αρχής γενομένης εντάχθηκε στον σύλλογο όταν βρισκόταν υπό τις οδηγίες του Ρίνους Μίχελς σε μια εποχή που η ζωή των Καταλανών και ολόκληρης της Ισπανίας απελευθερωνόταν από το φασιστικό καθεστώς των νικητών του ισπανικού εμφυλίου. Ο Κρόιφ ονομάστηκε «Σωτήρας» (El Salvador), ανύψωσε το φρόνημα μια ομάδας που ζούσε στην πηχτή σκιά της Ρεάλ Μαδρίτης για μια δεκαετία οδηγώντας την στο πρωτάθλημα με συμβολική στιγμή το 0-5 μέσα στο Μπερναμπέου. Πάνω απ’ όλα όμως έγινε ένας από αυτούς, ένας Καταλανός, δίνοντας μέσα σε συνθήκες απαγόρευσης στον γιο το όνομα του προστάτη αγίου της περιοχής, Ζόρντι. Το ντοκιμαντέρ L’ Ultim Partit που προβλήθηκε για πρώτη φορά πέρυσι στο Offside Festival ασχολείται με αυτή την στενή σχέση ανάμεσα στον Κρόιφ και την Βαρκελώνη.

johan-cruyff-pep-guardiola

Η επιστροφή του στην Βαρκελώνη ως προπονητής αποτέλεσε την αρχή του κτισίματος του καθεδρικού ναού, όπως έχει πει και ο καλύτερος μαθητής του ο Πεπ Γκουαρδιόλα. Η ομάδα που ονομάστηκε dream team, κατέκτησε την κορυφή της Ευρώπης για πρώτη φορά στην ιστορία της Μπαρτσελόνα και εντυπωσίασε με τον τρόπο παιχνιδιού της δεν φτιάχτηκε από τη μια στιγμή στην άλλη. Η φιλοσοφία του παιχνιδιού του Γιόχαν Κρόιφ χρειάστηκε καιρό για να περάσει στους παίκτες μια ομάδας η οποία φτιαχνόταν από την αρχή στο ξεκίνημα του στον πάγκο της το 1988. Ο Κάρλες Ρεσάκ, βοηθός του Κρόιφ και παλιά δόξα της ομάδας, λέει ότι τους πήρε δύο χρόνια μέχρι να επιλεγούν οι κατάλληλες μονάδες και να μάθουν να παίζουν με τον τρόπο που τους καθοδηγούσε ο προπονητής. Μια πολυσυλλεκτική ομάδα φτιαγμένη από τους εργατικούς και με ομαδικό πνεύμα Βάσκους, αξιόπιστους Ισπανούς, φερέλπιδες ντόπιους από τα τμήματα υποδομής και φυσικά τρεις του υψηλότερου τεχνικού επιπέδου ξένους, έναν Ολλανδό, έναν Δανό και έναν Βούλγαρο.

«Αν δεν είσαι εκεί ή έχεις βιαστεί ή έχεις αργήσει»

Όλοι οι παραπάνω έγιναν κοινωνοί της νέας ποδοσφαιρικής «θρησκείας» που έφερνε στον κόσμο ο Γιόχαν Κρόιφ. Μάθαιναν τη σημασία των κοντινών αποστάσεων και της τακτικής που είχε να κάνει με τις σωστές θέσεις και την σωστή κίνηση, την σημασία της τεχνικής και του σωστού τάιμινγκ στην απόφαση και πάνω απ’ όλα το πως η ελευθερία κινήσεων εντάσσεται στην λειτουργία του συστήματος, πως η πειθαρχία συμβαδίζει με την δημιουργικότητα. Θιασώτης του ποδοσφαίρου της συνήθειας, της ικανότητας δηλαδή που αναπτύσσουν στην συνεργασία ποδοσφαιριστές που παίζουν πολλά παιχνίδια για καιρό μαζί και της αξιοποίησης του κατάλληλου παίκτη στην κατάλληλη θέση (χαρακτηριστικοί οι ρόλοι των Γκουαρδιόλα και Μπακέρο) τα εφάρμοσε με επιμονή κατά τη θητεία του στην Μπαρτσελόνα και τα εμφύσησε ως βάση γα τον τρόπο λειτουργίας της ακαδημίας της La Masia. Η ακαδημία της Μπαρτσελόνα θα αποτελέσει και το όχημα για το μεγάλωμα της εκκλησίας αφού μέσα από αυτήν στελεχώθηκε η ομάδα που κατέπληξε τον κόσμο την περίοδο 2009-12.

«Ο Κρόιφ επανεφηύρε το πως αντιλαμβάνεται το ποδόσφαιρο η Ισπανία» είπε ο Ναδάλ, παίκτης του Κρόιφ στην Μπαρτσελόνα περιγράφοντας με μια φράση την εξέλιξη του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου την τελευταία 25ετία. Οι «ευαγγελιστές» παίκτες του Ολλανδού, αυτοί που στη συνέχεια έγιναν προπονητές ή τεχνικοί διευθυντές, η Ακαδημία της La Masia ως άλλη Εκκλησία και οι αντίπαλοι της Μπαρτσελόνα κυρίως στην Ισπανία αλλά και στην Ευρώπη ως άπιστοι που αλλαξοπίστησαν μπροστά σε αυτό που είδαν με τα μάτια τους μετέφεραν το κήρυγμα του Κρόιφ σε όλο τον κόσμο. Χιλιάδες λέξεις έχουν γραφτεί για την παρακαταθήκη του Ολλανδού που αξιοποίησαν Μπαρτσελόνα και Εθνική Ισπανίας, εκατοντάδες αφιερώματα έχουν γίνει για το μοντέρνο ποδόσφαιρο και πως αυτό έχει μετεξελιχθεί τις δύο τελευταίες δεκαετίες, πως «όλοι θέλουν να μάθουν να παίζουν σαν Μπαρτσελόνα», πόσο σημασία έχει δοθεί στην επένδυση σε τμήματα υποδομής.

Συναντώντας τον Θεό του ποδοσφαίρου στις 24 Μαρτίου του 2016 ο Γιόχαν Κρόιφ, στα Ηλύσια Ποδοσφαιρικά Πεδία είχε να παρουσιάσει πολλά επιτεύγματα στη επί της Γης ζωή του, περισσότερα κι από των δασκάλων του Βικ Μπάκιγχαμ και Ρίνους Μίχελς. Το μεγαλύτερο του επίτευγμα είναι ότι το ποδόσφαιρο που βλέπουμε κατά κύριο λόγο να παίζεται σήμερα είναι το ποδόσφαιρο του Γιόχαν Κρόιφ. Το αντιλήφθηκε εγκαίρως και ο ίδιος λέγοντας μια από τις διάσημες ατάκες του:

«Κατά μίαν έννοια είμαι μάλλον αθάνατος»

mas_grande

 

Ο ποδοσφαιριστής που αψήφισε τον Χίτλερ

Τη δεκαετία του ’20 η Βιέννη αποτελούσε ένα από τα βασικά κέντρα της Ευρώπης. Παρά τα περασμένα πλούτη και μεγαλεία της πρώην αυτοκρατορίας των Αψβούργων η πόλη εξακολουθούσε να ακμάζει όσον αφορά την τέχνη, τον πολιτισμό την επιστήμη και την διανόηση. Η κουλτούρα των καφέ και η ανάπτυξη τους τα καθιστούσε χώρο συζήτησης για θέατρο, λογοτεχνία, πολιτική και ποδόσφαιρο. Όπως αναφέρει ο Τζόναθαν Γουίλσον στο βιβλίο του Αντιστρέφοντας την Πυραμίδα (σε μετάφραση του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου) το ποδόσφαιρο στην Αυστρία και την Κεντρική Ευρώπη αγκαλιάστηκε πρώτα από τους διανοούμενους και τα υψηλότερα στρώματα που έδειξαν τεράστιο ενδιαφέρον γι αυτό και στη συνέχεια διαδόθηκε ταχύτατα στην εργατική τάξη.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο ρομαντικός διανοητής του ποδοσφαίρου, ο εβραϊκής καταγωγής Ούγκο Μάισλ, αφού βασίστηκε στις διδαχές του Βρετανού πιονερού Τζίμι Χόγκαν και στο σύστημα της πυραμίδα (2-3-5) δημιούργησε μια από τις καλύτερες εθνικές ομάδες όλων των εποχών, την περίφημη Wunderteam (Ομάδα θαύμα) η οποία θεωρείται μια από τις 3 μη εστεμμένες βασίλισσες (Ουγγαρία και Ολλανδία οι άλλες δύο). Πρωταγωνιστής αυτής της ομάδας ήταν ο επιθετικός της Αούστρια Βιέννης, Ματίας Ζίντελαρ.

Ο Ζίντελαρ δεν αποτελούσε απλά τον καλύτερο (αν όχι παγκοσμίως στην Ευρώπη σίγουρα) ποδοσφαιριστή της γενιάς του αλλά κι έναν λαϊκό ήρωα ταυτόχρονα. Η έντονη ενασχόληση των Βιεννέζων με το ποδόσφαιρο και οι συνεχείς συζητήσεις στα καφέ για τα παιχνίδια και τα αποτελέσματα τους είχαν συνεχώς να κάνουν με τα κατορθώματα του καλύτερου, αυτού που αποκαλούσαν «Μότσαρτ του ποδοσφαίρου».

«Μπορούσε να παίξει ποδόσφαιρο με τον τρόπο που ένας γραντ μετρ έπαιζε σκάκι. Ήταν απαράμιλλος χειριστής της μπάλας και μάστορας των αντεπιθέσεων. Με κάποιον τρόπο ηταν σαν να είχαν μυαλό τα πόδια του» έγραψε ο κριτικός θεάτρου Άλφρεντ Πόλγκαρ στη νεκρολογία του Ζίντελαρ. Το τέκνο της οικογένειας προσφύγων από τη Μοραβία ήταν ο Πελέ ή ο Μαραντόνα ή ο Μέσι ή όποιος τέλος πάντων αστέρας θέλετε του Μεσοπολέμου και μάλιστα συμπλήρωνε το εισόδημα του εμφανιζόμενος σε διαφημίσεις διαφόρων προϊόντων.

Η εθνική Αυστρίας δεν κατάφερε να φτάσει στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1934 αφού αποκλείστηκε με αμφιλεγόμενο τρόπο από τη νέα υπερδύναμη, την Ιταλία αλλά παρέμενε μια από τις καλύτερες ευρωπαϊκές ομάδες και κύριος εκφραστής της «Σχολής του Δούναβη». Οι πολιτικές εξελίξεις, η προσάρτηση της στη ναζιστική Γερμανία είχε συνέπειες και στο ποδόσφαιρο. Οι Ναζί, ως γνωστόν, έπαιρναν στα σοβαρά την αξιοποίηση του δημοφιλούς αθλήματος προς εξυπηρέτηση των σκοπών τους κι έτσι υποχρέωσαν στη διάλυση της αυστριακής ομάδας και στην ένταξη όλων των μεγάλων παικτών στις τάξεις της γερμανικής. Αυτό θα το γιόρταζαν με ένα παιχνίδι ανάμεσα στις δύο το οποίο είχε «κανονιστεί» να βγει ισόπαλο. Όμως ο Ζίντελαρ είχε άλλη γνώμη, έκανε ότι ήθελε μέσα στον αγωνιστικό χώρο και η ομάδα του επικράτησε με 2-0 με τον ίδιο να πανηγυρίζει με νόημα μπροστά στους Γερμανούς επισήμους.

Οι Ναζί κάλεσαν τον Ζίντελαρ,όπως έκαναν και με τους συμπαίκτες του, να ενταχθεί στην εθνική ομάδα του Χίτλερ ο ίδιος όμως αρνήθηκε, επικαλέστηκε την ηλικία του και τραυματισμούς και τελικά αποσύρθηκε από τα γήπεδα ανοίγοντας ένα καφέ στη Βιέννη. Όλοι όμως ήξεραν ότι ο λαϊκός ήρωας που έπαιζε ποδόσφαιρο όπως κανένας άλλος και τώρα σέρβιρε καφέδες είχε σοσιαλιστικές ιδεολογικές καταβολές και επιδεικτικά συνέχιζε να κάνει παρέα με τους Εβραίους φίλους του ενώ το καφέ του να αποτελούσε χώρο συγκέντρωσης των Εβραίων της Βιέννης.

Στις 23 Ιανουαρίου 1939, λίγους μήνες μετά το παιχνίδι μεταξύ Αυστρίας και Γερμανίας, ο Ματίας Ζίντελαρ και η φίλη του Καμίλα Καστανιόλα βρέθηκαν νεκροί στο σπίτι τους. Δεν υπήρχαν ενδείξεις δολοφονίας και η επίσημη εκδοχή ήταν ότι οι θάνατοι οφείλονταν σε δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα. Έξι μήνες μετά οι Ναζί έκλεισαν την υπόθεση του θανάτου του ενώ αναπτύχθηκαν θεωρίες περί δολοφονίας του από το καθεστώς ή αυτοκτονίας του λόγω του ότι δεν άντεχε αυτή την κατάσταση. Ωστόσο δεν αποκρύφτηκαν ούτε καταστράφηκαν στοιχεία και όλα βρίσκονται ακόμα και σήμερα στη διάθεση των αρχών.

Ίσως τελικά να ήταν ένα ατύχημα ο θάνατος του Ζίντελαρ, ένας θάνατος που ήταν «ο πιο ταιριαστός συμβολισμός γι’ αυτό που συνέβαινε στην ίδια την Αυστρία» όπως γράφει ο Γουίλσον. Ο Ζίντελαρ πέθανε μαζί με την Wunderteam, με την Εβραϊκή κοινότητα της Βιέννης και με την ίδια την σκέψη και τον πολιτισμό που παρήγαγε αυτή η πόλη. Η κηδεία του έγινε η αφορμή για την πρώτη και τελευταία διαδήλωση 20.000 Βιεννέζων απέναντι στους Ναζί.

Δημοσιεύθηκε στο yabasta.gr στις 23/1/2017

Ο Παζολίνι και το ποδόσφαιρο

Στις 2 Νοεμβρίου του 1975 δολοφονήθηκε ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, σκηνοθέτης, ποιητής, συγγραφέας και ποδοσφαιριστής, μια από τις πιο εκθαμβωτικές και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του ευρωπαϊκού καλλιτεχνικού στερεώματος. Ο Παζολίνι υπήρξε και πολιτικά αμφιλεγόμενος όταν για παράδειγμα, ενώ δήλωνε μαρξιστής και κομμουνιστής, το 1968 κατά τις φοιτητικές εξεγέρσεις πήρε το μέρος των… αστυνομικών τους οποίους χαρακτήρισε «πραγματικούς προλετάριους». Λίγο καιρό αργότερα στήριξε οικονομικά… την άλλη πλευρά και την οργάνωση Lotta Continua.

Λάτρευε, τους λαϊκούς ανθρώπους, την κουλτούρα τους και την λαϊκότητα τους και πάνω απ’ όλα το ποδόσφαιρο, το οποίο θεωρούσε «μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της ζωής, μετά τη λογοτεχνία και τον έρωτα». Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην Καζάρσα, την πόλη που γεννήθηκε στο Φρίουλι, στις αρχές της δεκαετίας του ’40.  Μεγαλύτερος έπαιζε κυρίως όταν βρισκόταν στις αλάνες των γειτονιών της Ρώμης αλλά και στα διαλείμματα του μοντάζ των ταινιών του ή όποτε είχε διαθέσιμο χρόνο. Είχε γνώσεις για τις τακτικές, τα συστήματα και τους παίκτες και ήταν οπαδός της Bologna.pasolini_calcio-2

Το παρακάτω κείμενο του για το ποδόσφαιρο έχει δημοσιευτεί στο Monthly Review.

Το ποδόσφαιρο είναι η τελευταία ιερή παράσταση των καιρών μας. Κατά βάθος πρόκειται για ιεροτελεστία, αν και είναι μια απόδραση. Ενώ άλλες ιερές παραστάσεις βρίσκονται σε παρακμή, ακόμα και η θεία λειτουργία, το ποδόσφαιρο είναι η μοναδική που μας έχει απομείνει. Είναι το θέαμα που αντικατέστησε το θέατρο.

…Το ποδόσφαιρο είναι ένα σύστημα σημείων, είναι μια γλώσσα. Διαθέτει κατεξοχήν το σύνολο των βασικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων αυτού που εμείς ορίζουμε αμέσως ως μέτρο σύγκρισης, τον γραπτό και προφορικό λόγο.

Στην πραγματικότητα, οι «λέξεις» της γλώσσας του ποδοσφαίρου σχηματίζονται όπως ακριβώς και οι λέξεις της γραπτής και προφορικής γλώσσας. Τώρα, πώς σχηματίζονται αυτές; Μέσω της περίφημης «διπλής άρθρωσης», εκείνων δηλαδή των άπειρων συνδυασμών των «φωνημάτων» που, στα ιταλικά, είναι τα είκοσι ένα γράμματα του αλφαβήτου.

Συνεπώς, τα φωνήματα είναι οι «ελάχιστες μονάδες» της γραπτής και προφορικής γλώσσας. Θέλουμε να διασκεδάσουμε προσπαθώντας να προσδιορίσουμε την ελάχιστη μονάδα της ποδοσφαιρικής γλώσσας; «Ένας άνδρας που κλοτσάει με τα πόδια του μια μπάλα» είναι λοιπόν μια τέτοια ελάχιστη μονάδα: ένα τέτοιο «πόδημα» (αν θέλουμε να συνεχίσουμε να διασκεδάζουμε). Οι αναρίθμητες δυνατότητες συνδυασμών των «ποδημάτων» σχηματίζουν τις «ποδοσφαιρικές λέξεις»: Το σύνολο των «ποδοσφαιρικών λέξεων» σχηματίζει ένα λόγο τον οποίο ρυθμίζουν πραγματικοί κανόνες συντακτικού.

Τα «ποδήματα» είναι περίπου είκοσι δύο (όσα σχεδόν και τα φωνήματα): Οι «ποδοσφαιρικές λέξεις» είναι δυνητικά άπειρες κι αυτό γιατί άπειρες είναι και οι δυνατότητες συνδυασμού των «ποδημάτων» (στην πράξη δηλαδή, οι πάσες της μπάλας μεταξύ των παικτών). Η σύνταξη εκφράζεται στον «αγώνα», ο οποίος είναι πραγματικά ένας λόγος δραματικός.

Οι παίκτες κωδικοποιούν αυτή τη γλώσσα, και εμείς, στις κερκίδες, την αποκωδικοποιούμε: Έχουμε όμως έναν κοινό κώδικα.

Όποιος δεν γνωρίζει τον ποδοσφαιρικό κώδικα δεν καταλαβαίνει ούτε τη «σημασία» των λέξεών του (των πασών), ούτε το νόημα του λόγου του (ενός συνόλου από πάσες).

Δεν είμαι ούτε ο Ρολάν Μπαρτ (Roland Barthes) ούτε ο Γκρέιμας (Greimas) αλλά, αν θες, ακριβώς επειδή είμαι ερασιτέχνης, μπορώ να γράψω ένα δοκίμιο περί της «γλώσσας του ποδοσφαίρου» πιο πειστικό από αυτήν εδώ τη νύξη. Νομίζω, επίσης, ότι θα μπορούσε να γραφτεί κι ένα καλό δοκίμιο που να αναφέρεται στο ποδόσφαιρο με τον τίτλο Προπ,[1] κι αυτό γιατί, όπως και κάθε γλώσσα, ομοίως το ποδόσφαιρο έχει και τις «οργανικές» στιγμές του, άκαμπτα και αφηρημένα κωδικοποιημένο, και τις «εκφραστικές» στιγμές του. Όπως είπα παραπάνω, στην πραγματικότητα αρθρώνεται όπως κάθε γλώσσα σε διάφορα ιδιώματα, το καθένα από τα οποία διαθέτει έναν κώδικα.

Τότε λοιπόν, μπορούν να γίνουν και για τη γλώσσα του ποδοσφαίρου τέτοιου είδους διακρίσεις: Το ποδόσφαιρο διαθέτει ιδιώματα, αφ’ ης στιγμής από εντελώς οργανικό γίνεται εκφραστικό. Μπορεί να υπάρξει ποδόσφαιρο ως κατά βάση πεζή γλώσσα και ποδόσφαιρο ως κατά βάση ποιητική γλώσσα.

Για να εξηγηθώ, θα παραθέσω –προεξοφλώντας τα συμπεράσματα– μερικά παραδείγματα: Ο Μπουλγκαρέλλι παίζει πεζό ποδόσφαιρο – είναι ένας «ρεαλιστής πεζογράφος». Ο Ρίβα παίζει ποιητικό ποδόσφαιρο – είναι ένας «ρεαλιστής ποιητής». Ο Κόρσο παίζει ποιητικό ποδόσφαιρο, αλλά δεν είναι «ρεαλιστής ποιητής» – είναι ένας ποιητής λίγο καταραμένος, ακραίος.

Ο Ριβέρα παίζει πεζό ποδόσφαιρο – η πρόζα του όμως είναι ποιητική, σαν τα διηγήματα επιφυλλίδας. Και ο Ματσόλα είναι ένας επιφυλλιδογράφος που θα μπορούσε να αρθρογραφεί στην Corriere della Sera – είναι περισσότερο ποιητής από τον Ριβέρα, πού και πού διακόπτει την πρόζα και εμπνέεται εδώ κι εκεί δυο λαμπρούς στίχους.

Άξιο προσοχής είναι ότι δεν διακρίνω μεταξύ της αξίας της πρόζας και της ποίησης – η διάκριση που κάνω είναι καθαρά τεχνική. Ωστόσο συμφωνούμε στο εξής: Η ιταλική λογοτεχνία, πρόσφατο είδος, είναι η λογοτεχνία των δοκιμίων επιφυλλίδας – φίνα και λίγο εστέτ. Κατά βάθος είναι, σχεδόν πάντα, συντηρητική και λίγο επαρχιώτικη… χριστιανοδημοκρατική σε τελική ανάλυση. Μεταξύ των διαλέκτων που ομιλούνται σε μια χώρα υπάρχει ένα κοινό πεδίο, ακόμα και μεταξύ της αργκό και του πιο ακραίου ιδιώματος: η «κουλτούρα» της χώρας, η ιστορική της επικαιρότητα.

Έτσι, κυρίως για ιστορικούς και πολιτισμικούς λόγους, το ποδόσφαιρο μερικών λαών είναι κατά βάση πεζό – πρόζα ρεαλιστική ή πρόζα εστέτ (η Ιταλία ανήκει στη δεύτερη περίπτωση). Το ποδόσφαιρο άλλων όμως λαών είναι κατά βάση ποιητικό.

Στο ποδόσφαιρο υπάρχουν στιγμές που είναι αποκλειστικά ποιητικές: οι στιγμές των «γκολ». Κάθε γκολ είναι μια εφεύρεση, πάντα μια ανατροπή του κανόνα: Κάθε γκολ είναι αναπόφευκτο, λαμπρό, καταπληκτικό και μη αναστρέψιμο. Όπως ακριβώς και ο ποιητικός λόγος. Ο κορυφαίος σκόρερ ενός πρωταθλήματος είναι πάντα ο καλύτερος ποιητής της χρονιάς. Αυτή τη στιγμή είναι ο Σαλβόντι. Το ποδόσφαιρο που έχει τα περισσότερα γκολ είναι και το πιο ποιητικό.

Και το «ντριπλάρισμα» είναι ποιητικό αφ’ εαυτού (ίσως όχι πάντα, όπως είναι το γκολ). Στην πραγματικότητα το όνειρο κάθε παίκτη (το οποίο συμμερίζεται και κάθε φίλαθλος) είναι να ξεκινήσει από τη σέντρα, να τους ντριπλάρει όλους και να σημειώσει γκολ. Αν, μέσα στα όρια του επιτρεπτού, μπορεί κανείς να φανταστεί κάτι το έξοχο στο ποδόσφαιρο, τότε είναι αυτό ακριβώς. Δεν συμβαίνει όμως ποτέ. Είναι ένα όνειρο (που το είδα να γίνεται πραγματικότητα μόνο στην ταινία «I due maghi del pallone» με πρωταγωνιστή τον Φράνκο Φράνκι, που –αν και απλοϊκή– κατάφερε να είναι ονειρική).

Ποιοι είναι οι καλύτεροι ντριπλαδόροι και γκολτζήδες του κόσμου; Οι Βραζιλιάνοι. Ως εκ τούτου το ποδόσφαιρό τους είναι ποιητικό ποδόσφαιρο: Πράγματι, βασίζεται καθ’ ολοκληρίαν στο ντριπλάρισμα και το σκοράρισμα. Το κατενάτσιο και τα τρίγωνα (που ο Μπρέρα ονομάζει γεωμετρία) είναι ποδόσφαιρο της πρόζας: Στην πραγματικότητα πρόκειται για συντεταγμένο ποδόσφαιρο, δηλαδή ένα παιχνίδι συλλογικό και οργανωμένο, βασισμένο στην έλλογη εκτέλεση του κώδικα. Η μοναδική ποιητική στιγμή του είναι το πέρασμα της μπάλας από τον αντίπαλο και το «γκολ» που ακολουθεί (το οποίο, όπως έχουμε ήδη δει, δεν μπορεί παρά να είναι ποιητικό). Εντέλει, φαίνεται ότι η ποιητική στιγμή του ποδοσφαίρου (όπως πάντα) είναι η ατομική (το ντριπλάρισμα και το σκοράρισμα, ή μια εμπνευσμένη πάσα).

Το πεζό ποδόσφαιρο είναι το λεγόμενο συστηματικό (το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο), και το σχήμα του είναι το εξής:

Το «γκολ» επαφίεται στην τελική ενέργεια ενός «ρεαλιστή ποιητή» πιθανόν, όπως ο Ρίβα, αλλά πρέπει να προέλθει από την οργάνωση του παιχνιδιού σε συλλογική βάση, ύστερα από μια σειρά «γεωμετρικά» περάσματα που έχουν γίνει σύμφωνα με τους κανόνες του κώδικα (ο Ριβέρα είναι τέλειος σ’ αυτό – στον Μπρέρα δεν αρέσει γιατί πρόκειται για μια τελειοποίηση λίγο εστέτ και όχι ρεαλιστική, σαν κι αυτή που κάνουν οι Άγγλοι ή οι Γερμανοί που παίζουν κέντρο).

Το ποιητικό ποδόσφαιρο είναι το λατινοαμερικανικό: Για την πραγματοποίησή του απαιτείται μια τερατώδης ικανότητα να ντριπλάρεις (κάτι που στην Ευρώπη σνομπάρουν στο όνομα της «συλλογικής πρόζας»). Γκολ μπορεί να εφεύρει ο οποιοσδήποτε από οποιαδήποτε θέση.

Αν το ντριπλάρισμα και το σκοράρισμα είναι οι ατομικές-ποιητικές στιγμές, τότε το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο είναι ποιητικό ποδόσφαιρο. Με καθαρά τεχνικούς όρους και χωρίς να κάνουμε αξιολογική διάκριση, στο Μεξικό το ματς ήταν μεταξύ της ιταλικής εστέτ πρόζας και της βραζιλιάνικης ποίησης.

pazolini

 

D10S: Ο Μαραντόνα ως Θεός

Στην πόλη του Ροζάριο, στις 30 Οκτωβρίου του 1998 ιδρύθηκε η Εκκλησία του Μαραντόνα (Iglesia Maradoniana). 30 Οκτωβρίου του 1960 γεννήθηκε ο ίδιος ο Θεός, δηλαδή ο Μαραντόνα και γι αυτό το ημερολόγιο των περίπου 200.000 μελών της Εκκλησίας ξεκινάει να μετράει από εκείνη την ημέρα.

Η προσευχή αυτής της θρησκείας είναι η εξής:

Ντιέγκο ημών που βρίσκεσαι στα γήπεδα.                                                                                            Αγιασθήτω το αριστερό σου χέρι, ελθέτω η μαγεία σου. Κάνε να τα γκολ σου να τα θυμούνται ως εν ουρανώ κι επί της γης.                                                                                                                                               Δος ημίν σήμερον λίγη μαγεία και άφες από τους Άγγλους τα οφείληματα αυτών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις της Ναπολιτάνικης Μαφίας.
Και μη εισενέγκης τον εαυτό σου οφσάιντ αλλά ρύσαι ημάς από του Χαβελάνχε και του Πελέ.
Ντιέγκο

Βεβαίως υπάρχουν και οι 10 εντολές για τους πιστούς.

  1. Η μπάλα ποτέ δεν είναι λερωμένη.
  2. Αγάπα το ποδόσφαιρο πάνω απ ‘όλα.
  3. Κήρυξε άνευ όρων αγάπη για τον Ντιέγκο και την ομορφιά του ποδοσφαίρου.
  4. Υπερασπίσου τη φανέλα της Αργεντινής.
  5. Διέδωσε την είδηση των θαυμάτων του Ντιέγκο σε όλο το σύμπαν.
  6. Τιμήστε τους ναούς όπου έπαιξε και τις ιερές φανέλες του.
  7. Μην ανακοινώνεις τον Ντιέγκο ως μέλος κάποιας μεμονωμένης ομάδα.
  8. Να κηρύττεις και να διαδίδεις τις αρχές της Εκκλησίας του Μαραντόνα.
  9. Κάνε το Ντιέγκο μεσαίο όνομα σου.
  10. Ονόμασε τον πρώτο σου γιο Ντιέγκο.

creazioneΣτη Νάπολι υπάρχει διαφορετική θρησκευτική προσέγγιση του Μαραντόνα καθώς εκεί δεν λογίζεται Θεός αλλά Μεσσίας. Είναι ο Μεσσίας που ήρθε με την ευλογία της Madonna Dell’ Arco να σώσει την πόλη και να την ανεβάσει στους ουρανούς του Campionato. «Το να κρίνεις τον Μαραντόνα είναι σαν να κρίνεις τον Θεό» λένε οι Ναπολιτάνοι.

Τέλος, ο ίδιος ο Μαραντόνα έχει συνδέσει τον εαυτό του με τα θεία μετά την επίτευξη του περίφημου γκολ με το χέρι απέναντι στην Αγγλία. Στη συνέντευξη τύπου μετά τον αγώνα ο Μαραντόνα δήλωσε ότι το γκολ επετεύχθη: «un poco con la cabeza de Maradona y otro poco con la mano de Dios» («λίγο με το κεφάλι του Μαραντόνα και λίγο με το χέρι του Θεού») αφήνοντας στην ιστορία το γκολ με αυτό το όνομα.

Πηγές:

https://www.theguardian.com/football/2008/nov/12/diego-maradona-argentina

Η ιστορία δύο πόλεων

Ως κοινωνικό φαινόμενο το ποδόσφαιρο είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό επηρεασμένο από το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται. Είναι φυσιολογικό οπότε να επηρεάζεται και από την ιδιομορφία, τα χαρακτηριστικά και την ιστορία της πόλης στην οποία αναφέρεται ο εκάστοτε ποδοσφαιρικός σύλλογος. Η περίπτωση της αντιπαλότητας μεταξύ Άγιαξ και Φέγενορντ δε θα μπορούσε να μην σχετίζεται με την «αιώνια» αντιπαλότητα των δύο πόλεων.

rotterdamvsamsterdam

«Στο Άμστερνταμ ονειρεύονται και στο Ρότερνταμ δουλεύουν» λέει ένα κλασσικό ολλανδικό ρητό. Η πρωτεύουσα και η πόλη με το μεγαλύτερο λιμάνι της Ευρώπης αποτελούν δύο πόλεις πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Αρχικά η εικόνα και η αρχιτεκτονική τους είναι πολύ διαφορετική με το Άμστερνταμ να έχει τα μικρά παραδοσιακά και γραφικά κτίρια ενώ το Ρότερνταμ είναι μια πόλη που χτίζεται διαρκώς μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και διαθέτει μεγάλα, σύγχρονα και εντυπωσιακά κτίρια. Η κουλτούρα των κατοίκων είναι επίσης διαφορετική με αυτούς του Ρότερνταμ, που στην μεγάλη πλειοψηφία τους είναι άνθρωποι που διαχρονικά δουλεύουν σε βαριές δουλειές και λόγω του λιμανιού και της παραγωγικής βάσης της πόλης, να χαρακτηρίζονται ως «σκληροί» και ζόρικοι σε αντίθεση με τους πρωτευουσιάνους που έχουν μεγαλύτερη κλίση προς τις τέχνες, τη μόρφωση και την καλή ζωή. Επίσης είναι γνωστός φιλελευθερισμός και το ανοιχτό μυαλό των κατοίκων του Άμστερνταμ ενώ από την άλλη το Ρότερνταμ έχει αποτελέσει πυρήνα του ακροδεξιού-ξενοφοβικού κινήματος του Πιμ Φόρτιουν.

Οι τόσο διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες σε συνδυασμό με την τοπικιστική έχθρα που έχει τις ρίζες της στον τρόπο λειτουργίας της ολλανδικής οικονομίας τους τελευταίους αιώνες με το Άμστερνταμ να στοχάζεται, να διοικεί και να διασκεδάζει και το Ρότερνταμ να δουλεύει επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την ποδοσφαιρική έκφραση των δύο πόλεων μέσα από τους κύριους συλλόγους, τον Άγιαξ και την Φέγενορντ. Οι δύο ομάδες την πενταετία 1968-73 αποτέλεσαν όχι μόνο δύο από τους ισχυρότερους και πιο επιτυχημένους συλλόγους στην Ευρώπη αλλά και δύο σχολεία ποδοσφαίρου που συνέβαλαν στην εξέλιξη του παιχνιδιού. Ο «Αίαντας» από τη μία έφερε το total football, το νέο τρόπος ανάπτυξης του παιχνιδιού με αυτή την ρευστότητα στους σχηματισμούς όπου όλοι έπαιζαν σε όλες τις θέσεις και είχαν τη δυνατότητα να κάνουν τις εμπνεύσεις τους πράξη μέσα στο γήπεδο. Δάσκαλος του total football ο Μαρίνους Μίχελς, μια ισχυρή προσωπικότητα των πάγκων και πρωτοπόρος στα ζητήματα τακτικής. Ο Μίχελς είχε για πρωταγωνιστή στην ομάδα του τον Γιόχαν Κρόιφ, αρτίστα των γηπέδων, για πολλούς τον καλύτερο ποδοσφαιριστή όλων των εποχών  και για ακόμα περισσότερους την πιο σημαντική προσωπικότητα που επηρέασε την εξέλιξη του αθλήματος. Ο Άγιαξ εξέφρασε τον ελίτ χαρακτήρα της πόλης του Άμστερνταμ, την φιλοσοφία, την τέχνη αλλά και μία ξιπασμένη και αφ’ υψηλού  στάση απέναντι στους υπόλοιπους.

Αντίθετα η Φέγενορντ που μεγαλούργησε την ίδια περίοδο έπαιξε ένα διαφορετικό ποδόσφαιρο, σχετικό με τη δική της ταυτότητα ως πόλη. Είχε προπονητή τον Βιεννέζο Ερνστ Χάπελ, αυτόν τον προσιτό αλλά σοβαρό τύπο που ενέπνεε τον σεβασμό στους παίκτες του και στους θαμώνες του αγαπημένου του μπαρ στο Ρότερνταμ (που αντικαθιστούσε το αγαπημένο του Cafe Ritter της Βιέννης) όπου σύχναζε και συζητούσε για ποδόσφαιρο και συστήματα κρατώντας στο ένα χέρι το τσιγάρο κι έχοντας κρεμασμένο στο άλλο το αγαπημένο του παλτό. Ο Χάπελ είχε φτιάξει μια σκληρή και πειθαρχημένη ομάδα, μια καλοκουρδισμένη μηχανή που άλλαζε τα συστήματα με μεγάλη ακρίβεια και ήταν βασισμένη σε παίκτες-εργάτες που ήταν το ίδιο χρήσιμοι με και χωρίς την μπάλα. Πρωταγωνιστής ο Βιμ Φαν Χάνεγκεμ ένας από τους καλύτερους Ολλανδούς μέσους όλων των εποχών, τον οποίο οι οπαδοί της Φέγενορντ θεωρούν καλύτερο του Κρόιφ.

«Η Λεγεώνα», όπως αποκαλούνται οι οπαδοί της Φέγενορντ, αρέσκονται να χαρακτηρίζουν τους εαυτούς τους ως «πραγματικούς» οπαδούς σε αντίθεση με τους αντίστοιχους του Άγιαξ τους οποίους θεωρούν «δήθεν» και γενικότερα ένα συνονθύλευμα επιδειξιών, διασημοτήτων και χαλαρών τύπων. Είναι γεγονός πως η ατμόσφαιρα στο γήπεδο Ντε Κάιπ του Ρότερνταμ είναι από τις ωραιότερες στην Ευρώπη και η «Λεγεώνα» αποτελεί μια από τις πιο φανατικές και πιστές βάσεις οπαδών στην ήπειρο που παραμένει δυνατή την τελευταία δεκαετία που η ομάδα της Φέγενορντ βρίσκεται σε χαμηλά στάνταρ ενώ και παγκοσμίως στη σχέση οπαδού-συλλόγου έχει αρχίσει να κυριαρχεί η διαμεσολάβηση του marketing.

Η ιστορία των δύο πόλεων έφτιαξε και την ιστορία των δύο ομάδων. Η αντιπαλότητα και το μίσος βγαίνουν στο γήπεδο αλλά και στις σχέσεις των οπαδών αφού δεν είναι λίγες οι φορές που  συνέβησαν αιματηρές και θανάσιμες συγκρούσεις ανάμεσα τους. Η σχέση αυτή δύσκολα θα αλλάξει αφού οι ταυτότητες των πόλεων, των συλλόγων και των οπαδών παραμένουν ισχυρές.

Manuel Vázquez Montalbán (14/6/1939-18/10/2003)

Ο Manuel Vázquez Montalbán δεν ήταν απλά ένας εμπνευσμένος γραφιάς και πρώην πολιτικός κρατούμενος, ήταν ένας ευρηματικός και χιουμορίστας παρατηρητής και κριτής της ποδοσφαιρικής εξέλιξης. Ο δημιουργός του γαστρονόμου-ντέτεκτιβ Πέπε Καρβάλιο ήταν ένας φανατικός οπαδός της Barça αλλά κυρίως του «παλαιού ποδοσφαίρου», αυτού με τους παίκτες σημαίες που ματώνουν για τη φανέλα και μέγας πολέμιος του modern football με τον χορό των χρημάτων και των πολυεθνικών.

montalban_marcos

Στο βιβλίο του «Ποδόσφαιρο: Μια θρησκεία σε αναζήτηση Θεού. Μια θρησκεία σε χέρια πολυεθνικών» (Εκδ. Μεταίχμιο) αναπαριστά το ποδόσφαιρο ως δικέφαλο, από τη μια κοσμική θρησκεία των μαζών κι από την άλλη παιχνίδι των πολυεθνικών και χρησιμοποιεί το παράδειγμα της μεταγραφής του Figo από την Barcelona στην Real Madrid. Στο βιβλίο αναπτύσσει τις ισχυρές καταλανικές του πεποιθήσεις βάλλοντας εναντίον του Ολλανδού προπονητή Luis Van Gaal και αποθεώνοντας Καταλανούς πρωταγωνιστές του αθλήματος όπως ο Guardiola.

Για κάποιον που έδωσε τόση σημασία στις προεκτάσεις του ποδοσφαίρου στην κοινωνία και την οικονομία ίσως καλύτερα που δεν πρόλαβε να ζήσει την εμπορευματοποίηση της αγαπημένης του ομάδας στον βαθμό που συμβαίνει σήμερα..

(Photo: O συγγραφέας συναντήθηκε με τον Marcos το 1998, μετά από αίτημα του τελευταίου να μοιραστούν τις απόψεις τους ενάντια στη παγκοσμιοποίηση, από τον οποίον πήρε συνέντευξη που δημοσιεύτηκε το 1999 αφού βέβαια του πρόσφερε 4 κιλά λουκάνικα)

Zlatan: Από μετανάστης του γκέτο στα σαλόνια της Ευρώπης

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή στις 16 Μαρτίου 2015

Με υποτιμητικό ύφος κοιτάει πάντα στραβά τον αντίπαλο και πλέον δηλώνει χωρίς ενδοιασμούς ότι θεωρεί τον εαυτό του τον καλύτερο ποδοσφαιριστή. Πρόκειται για τον Ζλάταν Ιμπραήμοβιτς, έναν από τους καλύτερους επιθετικούς του κόσμου αλλά κι έναν από τους πιο ζόρικους χαρακτήρες στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα, έναν παίκτη που έκανε προπονητές σαν τον Καπέλο και τον Γκουαρδιόλα να περάσουν δύσκολα..
Ο Ζλάταν Ιμπραήμοβιτς είναι παιδί Γιουγκοσλάβων (τότε) μεταναστών στη Σουηδία που μεγάλωσε στο σκληρό γκέτο του Rosengård στην πόλη Μάλμο. Αφορμή γι αυτό το κείμενο στάθηκε το παιχνίδι ανάμεσα στην Τσέλσι και την Παρί Σεν Ζερμέν που είχε σαν αποτέλεσμα την πρόκριση των Παριζιάνων του Ιμπραήμοβιτς ο οποίος κατάφερε να πρωταγωνιστήσει στο παιχνίδι αν και αγωνίστηκε μόλις 30 λεπτά κι αυτό γιατί αποβλήθηκε με απευθείας κόκκινη κάρτα.
«Δεν ξέρω αν πρέπει να νευριάσω ή αν πρέπει να γελάσω. Όταν είδα την κόκκινη κάρτα σκέφτηκα πως ο τύπος δεν ξέρει τι κάνει (σ.σ. αναφερόμενος στο Ολλανδό ρέφερι). Δεν ήταν όμως, αυτό το χειρότερο. Το χειρότερο είναι πως όταν μου έδειξε την κόκκινη κάρτα μαζεύτηκαν γύρω όλοι οι παίκτες της Τσέλσι. Ένιωθα σαν να είχα πολλά μωρά γύρω μου!»
Αυτή ήταν η απάντηση του «Ίμπρα»,όπως τον αποκαλούν οι φανατικοί του οπαδοί, στους δημοσιογράφους που του ζήτησαν να σχολιάσει την αποβολή, μια αποβολή για την οποία κατακρίθηκε από πολλούς ποδοσφαιρόφιλους που σχολιάζουν στο twitter την ώρα του αγώνα καταλογίζοντας του άλλη μια ανεύθυνη πράξη για την οποία είναι υπεύθυνος ο ζόρικος χαρακτήρας του αμφιλεγόμενου Σουηδού.
«Σουηδός; Σουηδός πολίτης θέλετε να πείτε αφού ο Ιμπραήμοβιτς δεν εκπροσωπεί την κουλτούρα και τον πολιτισμό του Σουηδικού έθνους». Με αυτό το σκεπτικό αντιμετωπίζεται ο Ζλάταν Ιμπραήμοβιτς από ένα μερίδιο των συμπολιτών του στην Σουηδία. Όπως αναφέρεται σε άρθρο του εξαιρετικού site These Football Times το παιδί του γκέτο του Rosengård είναι σύμβολο για την περιοχή του με το μικρό του όνομα μάλιστα να έχει διαμορφώσει ένα νέο ρήμα στα σουηδικά λεξικά, το zlataner που σημαίνει «αυτός που κυριαρχεί». Την ίδια στιγμή η εθνικιστική και ξενοφοβική ακροδεξιά του κόμματος των «Σουηδών Δημοκρατών» θεωρεί τον Ιμπραήμοβιτς το σύμβολο των κοινωνικών προβλημάτων που έχει προκαλέσει η μετανάστευση στη χώρα ενώ τον κατηγορούν και για το γεγονός ότι δεν τραγουδάει τον εθνικό ύμνο στις εμφανίσεις του με την εθνική ομάδα.
«Όπου πηγαίνω εκπροσωπώ την Σουηδία αλλά επίσης εκπροσωπώ και το Rosengård. Δεν ξεχνώ από που προέρχομαι»  έχει δηλώσει ο Ζλάταν που περιγράφοντας τα παιδικά του χρόνια κάνει λόγο για συνθήκες φτώχειας που πέρασε μεγαλώνοντας με την Κροάτισσα μητέρα του η οποία εργαζόταν μέχρι και 14 ώρες την ημέρα. «Γυρνούσα στο σπίτι πεινασμένος και παρακαλούσα όταν ανοίξω το ψυγείο να έχει κάτι. Αλλά τίποτα…» λέει ο ίδιος ενώ έχει περιγράψει και την αντιπάθεια που προκαλούσε στους συμπαίκτες του (και στους γονείς τους) στην ερασιτεχνική ομάδα όπου έπαιζε το γεγονός ότι είναι μετανάστης, η επηρεασμένη από το γκέτο συμπεριφορά του καθώς και το διαφορετικό του στυλκ παιχνιδιού. Ένα στυλ παιχνιδιού βασισμένο στην βραζιλιάνικη σχολή της «σάμπα» πολύ μακριά από τον τρόπο που παίζουν ποδόσφαιρο τα παιδιά στην Σουηδία.


Το παιδί που μεγάλωσε στις σκληρές συνθήκες του γκέτο, στην περιοχή που φτιάχτηκε στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής του σουηδικού κράτους για να φιλοξενήσει άστεγους και μετανάστες (το 86% του πληθυσμού της περιοχής) δεν ξεχνάει αυτά που έζησε και από που προέρχεται και με το γνωστό αλαζονικό του ύφος φροντίζει να το λέει και να το δείχνει κι έτσι έκανε για να υποστηρίξει πρόγραμμα σίτισης των Ηνωμένων Εθνών. Στο παιχνίδι της Παρί με την Καέν πριν ένα μήνα όταν σκόραρε έβγαλε την μπλούζα του και αποκάλυψε τα χτυπημένα προσωρινά τατουάζ με τα ονόματα 50 παιδιών που βοηθήθηκαν από το φιλανθρωπικό πρόγραμμα.
«Όπου κι αν πάω ο κόσμος με αναγνωρίζει, φωνάζουν το όνομά μου, ζητοκραυγάζουν αλλά τα δικά τους ονόματα κανένας δεν νοιάζεται να τα θυμηθεί. Δεν είναι για να ζητοκραυγάσει κανείς με το γεγονός ότι 805 εκατομμύρια άνθρωποι πεινάνε σε ολόκληρο τον κόσμο. Έχω υποστηρικτές σε όλο τον κόσμο. Από τώρα θέλω αυτή η στήριξη να πάει σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που πεινάνε, αυτοί είναι οι πραγματικοί πρωταθλητές. Οπότε κάθε φορά που θα ακούτε το όνομά μου θα σκέφτεστε αυτόματα τα ονόματά τους».

Δείτε το ντοκιμαντέρ του Bein Sports για τον Ζλάταν Ιμπραήμοβιτς και τα παιδικά του χρόνια στο Rosengard.

600 λέξεις για τον Fransesco Totti

O Fransesco Totti γεννήθηκε το 1976 στη Ρώμη. Το 1989 εντάχθηκε στην ομάδα νέων της AS Roma, το 1993 σε μια νίκη επί της Brescia έκανε το ντεμπούτο του με τη μεγάλη ομάδα, το 1998 έγινε αρχηγός  της, το 2001 κατάκτησε το πρωτάθλημα με την AS Roma. Την προηγούμενη Κυριακή ο Fransesco Totti πέτυχε το 250ο του γκολ με την AS Roma. Σήμερα o Fransesco Totti  κλείνει τα 40 του χρόνια. O Fransesco Totti είναι ένα φαινόμενο του παγκοσμίου ποδοσφαίρου και το όνομα του έχει ήδη γραφτεί με χρυσά γράμματα.

Το Bimbo d’Oro (Χρυσό Παιδί) του ιταλικού ποδοσφαίρου αποτελεί αναμφίβολα τον μεγαλύτερο παίχτη που έβγαλε η πόλη του κι έναν από τους μεγαλύτερους που έχει βγάλει όχι μόνο η χώρα του αλλά και το παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Από πλευράς παιχνιδιού ο Totti χαρακτηρίζεται για την ικανότητα του και με τα δύο πόδια να δημιουργεί και να τελειώνει φάσεις, πράγμα που τον έχει φέρει στην 2η θέση των σκόρερ όλων των εποχών στη Serie A. Η απαράμιλλη τεχνική (ικανότητα που διαθέτουν και αρκετοί άλλοι Ιταλοί ποδοσφαιριστές αλλά δεν έχουν την τύχη να είναι Βραζιλιάνοι για να τους αποθεώσουν τα ΜΜΕ) και η ικανότητα του να «βλέπει» το γήπεδο τον έχουν κάνει πρωταγωνιστή σε κάποιες από τις καλύτερες φάσεις του Campionato. Η αποφασιστικότητα, το θράσος και η εφευρετικότητα του έχουν «φτιάξει»πολλά διάσημα γκολ όπως, το χτύπημα Πανένκα στα πέναλτι με την Ολλανδία στο EURO 2000 και το γκολ του απέναντι στον Toldo link.

Χαρακτήρας ζόρικος και απρόβλεπτος, ποτέ δεν ήταν «καλό παιδί» κι έχει αποκτήσει διασημότητα για τις κόκκινες κάρτες που χει δεχτεί και για καυγάδες με τους προπονητές που… δεν τον κατάλαβαν. Ο Fabio Capello και ο Luciano Spalleti ήταν οι δύο που κατάφεραν να τον αξιοποιήσουν στο μέγιστο. Ο πρώτος τον έκανε το βασικό γρανάζι της ομάδας που κατέκτησε το πρωτάθλημα χρησιμοποιώντας τον πίσω από τους επιθετικούς ως τροφοδότη και σκόρερ ενώ ο δεύτερος τον τοποθέτησε στην κορυφή της επίθεσης, σε έναν πρωτοποριακό σχήμα για την εποχή, ως false 9.

Όλα τα παραπάνω όμως έχουν λίγη σημασία μπροστά στο εξής: ο Fransesco Totti είναι η AS Roma, είναι η Ρώμη. Ο Totti είναι το τέκνο της Αιώνιας Πόλης που ποτέ δεν την εγκατέλειψε, που ενίσχυσε την ταυτότητα της, που την κράτησε στον ποδοσφαιρικό χάρτη σε μια εποχή που όλα άρχισαν να αλλάζουν ραγδαία και το χρήμα να αποτελεί το μεγαλύτερο όπλο για κάθε σύλλογο. To παιδάκι που έπαιζε στους δρόμους της Porta Metronia, μιας γειτονιάς μπροστά από μία πύλη του Τείχους του Αυρηλιανού, έγινε ο ήρωας της πόλης και παντοτινό μνημείο της. Οι γονείς του δεν δέχτηκαν στα 12 να ενταχθεί στη μικρή ομάδα της Milan αλλά ούτε και σε αυτή της Lazio καθώς οικογενειακώς ήταν οπαδοί της Roma. Ο ίδιος αρνήθηκε στα 25 του την Manchester United και λίγα χρόνια αργότερα την Real Madrid. Το έκανε για να μείνει στη Ρώμη. «Η  Ρώμη είναι η οικογένεια μου, οι φίλοι μου, οι άνθρωποι που αγαπώ. Η Ρώμη είναι η θάλασσα, τα βουνά, τα μνημεία. Αυτός ο σύλλογος, αυτή η πόλη, είναι η ζωή μου» δηλώνει ο ίδιος.

Η AS Roma πήρε από τον Totti. Δεν πήρε πολλά  τρόπαια και ευρωπαϊκές διακρίσεις, πήρε πίστη, αφοσίωση, σεβασμό και έφτιαξε την δική της ταυτότητα, μια ταυτότητα ιδιαίτερη στα δύσκολα χρόνια του modern football, μια ταυτότητα που διοικήσεις Ιταλών ή Αμερικάνων πασχίζουν να αλλάξουν μεταλλάσσοντας την σε ένα προσοδοφόρο brand στα πρότυπα των ομάδων που φτιάχνουν οι εμίρηδες. Κάποια στιγμή η καριέρα του Totti αναγκαστικά θα τελειώσει αλλά θα αφήσει πίσω του μια κληρονομιά, μια κληρονομιά giallorossi που δεν θα σκιάζεται από τερατώδη γήπεδα αλλά θα αποτελεί την ψυχή της Ρώμης. L’ anima di Roma.

Στα γήπεδα η κοινωνία αναστενάζει

Την προηγούμενη Κυριακή στο Καυταντζόγλειο Στάδιο και κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα του Ηρακλή με τον Ολυμπιακό ο διαιτητής του αγώνα, Φωτιάδης, διέκοψε το παιχνίδι προκειμένου να κάνει παρατηρήσεις και να απαιτήσει να κατέβει το πανό που είχαν αναρτήσει οι οπαδοί του Γηραιού το οποίο έγραφε: Οι μπάτσοι και οι καναλάρχες πουλάνε την ηρωίνη Ο διαιτητής επικαλέστηκε τον ΚΑΠ και εκτίμησε πως το πανό περιέχει «αντικοινωνικό μήνυμα και γι’ αυτό τον λόγο πρέπει να κατέβει. Προφανώς το περιεχόμενο του πανό ενόχλησε είτε κάποιο στέλεχος της Ελληνικής Αστυνομίας που ενοχλήθηκε από το διαχρονικό σύνθημα ή κάποιον από τους κατόχους άδεια για τηλεοπτική συχνότητα…

Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει το να ζητηθεί από τον ρέφερι της αναμέτρησης να κατέβει πανό με περιεχόμενο που αυτός κρίνει. Αν και οι ποδοσφαιρικές αρχές ομολογουμένως τα τελευταία χρόνια έκαναν μεγάλα βήματα στο κυνήγι των ρατσιστικών συμπεριφορών και συνθημάτων την ίδια στιγμή οι απαγορεύσεις ξεπερνούν τα όρια καθώς αγγίζουν κάθε σύνθημα που έχει να κάνει πολιτική και κοινωνική κριτική.

Η τακτική αυτή από την πλευρά των αρχών ξεκίνησε από το 2011 όταν στα ελληνικά γήπεδα άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους πανό που καταφέρονταν ενάντια στην κυβέρνηση, το ΔΝΤ, την Τρόικα, το Μνημόνιο, την έλλειψη δημοκρατίας κτλ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε στο Ηράκλειο της Κρήτης όταν ο διαιτητής του κυριακάτικου αγώνα ΟΦΗ – ΑΕΚ Στυλιάρας διέκοψε πέντε λεπτά την αναμέτρηση μέχρι να κατεβεί πανό με το σύνθημα «Δεν σε θέλει ο λαός… Πάρε την Τρόικα και μπρος». Ανάλογα περιστατικά έγιναν στο ΟΑΚΑ, στα γήπεδα του Περιστερίου και της Τούμπας, μια εποχή που οι κινητοποιήσεις των πλατειών είχαν δώσει τη θέση τους στις απεργίες, στους γεμάτους διαδηλωτές δρόμους, στις διαμαρτυρίες κατά τη διάρκεια των παρελάσεων της 28ης Οκτωβρίου και άλλες μορφές διαμαρτυρίας. Μία από αυτές τις μορφές αποτέλεσε και το γήπεδο με τους οπαδούς των συλλόγων να δείχνουν ισχυρή κοινωνική συνείδηση, πράγμα φυσιολογικό και διαχρονικό στην ποδοσφαιρική ιστορία αφού οι θαμώνες των γηπέδων που διεξάγεται το λαϊκότερο των αθλημάτων στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι κομμάτι της κοινωνίας των καταπιεσμένων των εκμεταλλευόμενων.

Η συνολική καθίζηση μετά το 1989 των αντιστάσεων, των κινημάτων και του πολιτικού αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο να κατέστησε σε σημαντικό βαθμό τα γήπεδα μια υγειονομική ζώνη. Σε αυτό συνέβαλε και η κορύφωση της εμπορευματοποίησης του ποδοσφαίρου, η κυριαρχία αυτού που αποκαλείται «μοντέρνο ποδόσφαιρο» και περιστρέφεται γύρω από το χρήμα και την εκμετάλλευση παλαιών και νέων αγορών. Στον 21ο αιώνα ωστόσο έχει παρατηρηθεί μια αύξηση της πολιτικοποίησης και του ριζοσπαστισμού της κερκίδας. Αυτό βεβαίως έχει συνδυαστεί, όπως και στις υπόλοιπες εκφάνσεις της καθημερινότητας, με την ενίσχυση του φασισμού, του ρατσισμού και της ρητορικής του μίσους. Είναι όμως ταυτόχρονα αναντίρρητο ότι οι οπαδοί δείχνουν ικανοί να αποτελούν οργανικό κομμάτι αναδυόμενων κινημάτων προς αριστερή ριζοσπαστική κατεύθυνση.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της παραπάνω τάσης είναι η συμμετοχή των Τούρκων οπαδών των μεγάλων ομάδων της Κωνσταντινούπολης, Galatasaray, Fenerbahçe και Beşiktaş που, αν και τους χωρίζει αιώνιο και άσβεστο μίσος, συνέβαλαν από κοινού στην μεγάλη ενίσχυση του κινήματος της πλατείας Gezi τον Μάιο του 2013. Μάλιστα 35 μέλη του συνδέσμου οπαδών της Beşiktaş, Çarşı, σύρθηκαν στα δικαστήρια από την κυβέρνηση Ερντογάν με την κατηγορία ότι επιδίωξαν την βίαιη ανατροπή της. Αφού βρήκαν οι υποστηρικτές και αλληλέγγυους σε πολλούς οπαδούς ανά την Ευρώπη, οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν χωρίς όμως να θεωρούν ότι έχουν «καθαρίσει» με τη Δικαιοσύνη και το Κράτος.

Τα γήπεδα, σε όλον τον πλανήτη, αποτελούν κοινωνικό χώρο ζύμωσης και ανταλλαγής ιδεών, χώρο έκφρασης συλλογικών απόψεων. Η ταύτιση τους με τον χουλιγκανισμό, τα σπασμένα τζάμια και κεφάλια αποτελούσε πάντα ζητούμενο για τις κυβερνήσεις και τους δυνατούς του κόσμου. Το να φαίνεται ότι οι οπαδοί των συλλόγων αποτελούν οργανωμένη συλλογικότητα με άποψη και ανθρώπους που δεν τρώνε αμάσητο το παραμύθι που πουλάει κάθε καθεστώς είναι κάτι που τρομάζει και θα τρομάζει τα καθεστώτα με αποτέλεσμα η ελευθερία του λόγου και της άποψης να καθίστανται δικαιώματα υπό αίρεση και να κρίνονται από την απόφαση ενός διαιτητή.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς» στις 24/9/2016

Σεβίλλη: El Gran Derbi

Ντέρμπι μίσους σήμερα στη Σεβίλλη ανάμεσα στη Sevilla και στη Betis με τα μίση και τα πάθη ωστόσο να μην εμποδίζουν τους δύο συλλόγους  να λανσάρουν την καμπάνια #ElGranDerbi προσελκύοντας τους πολλούς φίλους του ισπανικού ποδοσφαίρου.

Η Sevilla FC ιδρύθηκε το 1905 ενώ δύο χρόνια αργότερα ακολούθησε η Sevilla Balompié (balompié σημαίνει «ποδόσφαιρο). Όπως συνέβη εκατοντάδες φορές σε όλο τον πλανήτη τα πρώτα χρόνια της ανάπτυξης του ποδοσφαίρου, στις αρχές του 20ο αιώνα, μετά από διαφωνίες στο εσωτερικό της Sevilla FC, προέκυψε, η Betis FC. Το Betis προέρχεται από το  Baetis που είναι η ρωμαϊκή ονομασία του ποταμού Γουαδαλκιβίρ. Το 1914, η Betis FC συγχωνεύτηκε με την Sevilla Balompié υιοθετώντας μάλιστα την πρασινόλευκη φανέλα με της ρίγες που η Sevilla Balompié  είχε εμπνευστεί από την Celtic. Μετά την συγκεκριμένη συγχώνευση, η ομάδα πήρε νέα ονομασία: Real Betis Balompié.

Στις 8 Οκτωβρίου 1915, έλαβε χώρα το πρώτο ντέρμπι Sevilla-Betis, το οποίο τελείωσε με την νίκη της Sevilla με σκορ 4–3. Από τότε η Sevilla έχει το «πάνω χέρι» στις μεταξύ τους αναμετρήσεις.

Η Sevilla εδρεύει στη συνοικία Barrio de Nervió, το επιχειρηματικό κέντρο της πόλης,  ενώ η Betis εδρεύει στη γειτονιά Heliópolis, στο νότιο τμήμα της πόλης.  Οι δύο ομάδες έχουν κατακτήσει από ένα πρωτάθλημα, η Betis το 1935 και η Sevilla το 1946.