Η Ανταρσία του Hesperia

Όλα τα μεγάλα κλαμπ είχαν πάντα τις μεγάλες του στιγμές όπως εξίσουν κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν και μεγάλες κρίσεις. Ο Ερνέστο Βαλβέρδε, προπονητής της Μπαρσελόνα σήμερα και παλιός της παίκτης, βρίσκεται εν μέσω της αντιμετώπισης μιας κρίσης στην ομάδα του στην οποία μια ομαδική φωτογραφία των πιακτών του με τον, «κόκκινο πανί « πλέον, Νεϊμάρ αναπαρήχθη ως «ανταρσία» απέναντι στη διοίκηση Μπερτομέου. Σε ερώτηση των δημοσιογράφων για το θέμα θυμήθηκε χαριτολογώντας μια «άλλη ανταρσία παλιότερα».

Ήταν 28 Απριλίου το 1988 όταν στο ξενοδοχείο Hesperia στην οδό  Carrer dels Vergos της Βαρκελώνης, εισοσιένας παίκτες της Μπαρσελόνα έδωσαν συνέντευξη Τύπου εναντίον του προέδρου του συλλόγου Ζοζέπ Γιουίς Νούνιες. Αιτία ήταν το γεγονός ότι, αφού η εφημερίδα La Vanguardia δημοσίευσε το ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε υπογράψει ο Σούστερ με την Μπαρσελόνα για τα διακιώματα διαχείρισης της εικόνας του, το ισπανικό κράτος διεξήγαγε έρευνα σε όλες τις ομάδες καθώς αυτή η τακτική δεν προβλεπόταν από την ισπανική νομοθεσία. Στη συνέχεια η πολιτεία ιεκδίκησε τη διαφορά που προέκυπτε στην καταβολή φόρου και αυτή τη διαφορά ο πρόεδρος Νούνιες ζήτησε από τους παίκτες να την πληρώσουν…

Η παραπάνω αιτία, η οποία ήταν αυτή που ξεσήκωσε τους παίκτες, δεν ήταν η μόνη που έφερε τα πράγματα σε αυτό το σημείο. Αντίθετα αποτέλεσε την κορύφωση μιας κακής πορείας δύο ετών. Μετά το πρωτάθλημα του 1985 υπό τις οδηγίες του Τέρι Βέναμπλς, η Μπαρσελόνα κατάφερε την επόμενη σεζόν να φτάσει στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών απέναντι στην Στεάουα Βουκουρεστίου, ο οποίος εξελίχθηκε σε φιάσκο. Από τη μία η ήττα στα πέναλτι και από την άλλη οι συμπεριφορές «βεντετών» όπως ο Σούστερ κατά τη διάρκεια διεξαγωγής του παιχνιδιού έκανε τους οπαδούς και την οικογένεια των Μπλαουγκράνα να ζήσουν έναν εφιάλτη ο οποίος έδεσε και με τον χαμένο τελικό Κυπέλλου από την Σαραγόσα και την απώλεια του πρωταθλήματος από την Ρεάλ. Η επόμενη σεζόν, παρά την αποτελεσματική προσθήκη του Γκάρι Λίνεκερ και την καθόλου απότελεσματική του Μαρκ Χιουζ, έφερε άλλο ένα χαμένο πρωτάθλημα και τον αποκλεισμό από την Νταντί Γιουνάιτεντ του Τζιμ Μακλίν στα προημιτελικά του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ. Το καλοκαίρι του 1987 δεν πραγματοποιήθηκε καμία μεταγραφή μεγάλου παίχτη και η σεζόν εξελίχθηκε πολύ άσχημα για την Μπάρσα. Η διοίκηση αποφάσισε, Σεπτέμβρη μήνα, να απομακρύνει τον Τέρι Βέναμπλς πράγμα που δυσαρέστησε τους οπαδούς και κάποιους από τους ποδοσφαιριστές (αυτούς που έπαιζαν). Τον διαδέχθηκε ο Λουίς Αραγονές σε μια σεζόν που δεν πήγε καλά. Πολλές ήττες στο πρωτάθλημα, αποκλεισμός στους «8» του ΟΥΕΦΑ από την Λεβερκούζεν και μία επιτυχία, η κατάκτηση του κυπέλλου απέναντι στη Σοσιεδάδ. Το κλίμα ήταν στραβό…και ακολούθησε η «ανταρσία».

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου ο αρχηγός Αλεσάνκο διάβασε την κοινή δήλωση των ποδοσφαιριστών (έλειπαν ο Λίνεκερ που βρισκόταν σε διεθνή υποχρέωση, ο Σούστερ που ήδη βρισκόταν ένα βήμα πριν τη μετακίνηση του στη Ρεάλ και ο Φρανσίσκο Λόπεθ που ανάρρωνε από τραυματισμό). «Ο πρόεδρος Νούνιες μας εξαπάτησε σαν ανθρώπους και μας ταπείνωσε σαν επαγγελματίες» διάβασε ο Αλεσάνκο ο οποίος κατέληξε λέγοντας ότι «η ομάδα προτείνει στα μέλη του συλλόγου να ζητήσουν την άμεση παραίτηση του προέδρου». «Ο Νούνιες δεν νιώθει τι είναι το κλαμπ ούτε αγαπάει τους οπαδούς, αγαπάει μόνο τον εαυτό του» πρόσθεσε ο Βίκτορ Μουνιόθ ο οποίος λογίστηκε ως ο «καθοδηγητής της ανταρσίας». Δίπλα στους παίκτες βρέθηκε και ο προπονητής Αραγονιές που ήταν αναγκασμένος να στηρίξει τους παίκτες του (πρώτος από αριστερά στη φωτογραφία με τους  Βίκτορ Μουνιόθ, Αλεσάνκο, Καλντερέ και Κλος να ακολουθούν).

Η εκδήλωση στο Hesperia και το κείμενο προκάλεσαν την οργή της διοίκησης αλλά δυσαρέστησαν και μερίδα των φιλάθλων που δεν τους άρεσε που ποδοσφαιριστές αποφάσισαν να παίξουν αυτόν τον ρόλο που αντιστοιχεί καταστατικά μόνο στα μέλη του συλλόγου. Δυό μέρες μετά μάλιστα ακολουθούσε το Clasico στο Καμπ Νου με την ήδη στεμμένη πρωταθλήτρια. Στο καθιερωμένο pasillo προς τιμή των πρωταθλητών το γήπεδο βούηξε από τις αποδοκιμασίες. Η νίκη με 2-0 βοήθησε στο να πέσουν οι τόνοι αλλά ο Νούνιες είχε ήδη αποφασίσει, δεν ήθελε τους αντάρτες και θα τους έδιωχνε όλους μαζί με τον προπονητή και μάλιστα είχε αποφασίσει να προσφέρει τη δουλειά στον Χαβιέρ Κλεμέντε αλλά άλλαξε γνώμη μη γνωρίζοντας ότι θα άλλαζε και την ιστορία της Μπαρσελόνα.

Η κίνηση των παικτών στο Hesperia έφερε ως αποτέλεσμα την πρόσληψη του Γιόχαν Κρόιφ ως προπονητή. Ο «Salvador» της δεκαετίας του ’70 που ήρθε και χάρισε το πρωτάθλημα στην ομάδα του έμελλε να αλλάξει και την ιστορία της ως προπονητής με μια «επανεφεύρεση» του παιχνιδιού, με την αλλαγή φιλοσοφίας στην οργάνωση της ομάδας, με την προσέλευση νέων παικτών σε ηλικία, διαφορετικού ποδοσφαιρικού στυλ πράγματα που δημιούργησαν την Dream Team.  Ο ίδιος όμως ο Ολλανδός ως ισχυρή και σκληρή προσωπικότητα που ήταν έβαλε όρια στον απολυταρχικό πρόεδρο Νούνιες λέγοντας του χαρακτηριστικά ότι δεν του επιτρέπει την είσοδο στα αποδυτήρια και «ότι χρειαστείς θα με φωνάξεις να έρθω στο γραφείο σου» και βάζοντας τέλος σε αυτή τη σχέση παραγόντων-παικτών. Επέβαλε επίσης και την παραμονή του Αλεσάνκο καθώς εκτίμησε τη συνέπεια του ως αρχηγού και ηγέτη της ομάδας κόντρα στην επιθυμία του προέδρου.

Οι  Χεράρδο, Μορατάγια, Βίκτορ Μουνιόθ, Σούστερ, Ουρούτι, Καλντερέ, Κλος, Κοβέλο, Πεδράθα, Λόπεθ, Αμαρίγια και Ναγίμ έφυγαν και αποκτήθηκαν οι Μπακέρο, Σαλίνας, Βαλβέρδε, Τσίκι Μπεγκιριστάιν, Λόπες Ρεκάρτε, Ουνθουέ, Ιέρο, Σέρνα και ο τόσο σημαντικός για το σύστημα του Κρόιφ, Εουσέμπιο Σακριστάν που συμβόλισε και την αλλαγή στον τρόπο παιχνιδιού. Ένας μικρόσωμος αλλά δαιμόνιος χαφ που έδειχνε πως η ομάδα θα άφηνε πίσω της το χοντροκομμένο σκληρό παιχνίδι των μονάδων για το ομαδικό παιχνίδι με τεχνικής και προσήλωση στην αξιοποίηση του χώρου, της κληρονομιά του Total Football που βρισκόταν στις αποσκευές του Ολλανδού.

Η «ανταρσία του Hesperia» είχε ως συνέπεια την ολική αναδιοργάνωση και τη ριζική αλλαγή στη λειτουργία της Μπαρσελόνα εκτός από τον τρόπο παιχνιδιού. Είναι ένα ερώτημα λοιπόν σήμερα από τη στιγμή που ο Βαλβέρδε, έστω και χαριτολογώντας, έκανε αυτόν τον παραλληλισμό το αν το καλοκαίρι του 2017 θα φέρει αντίστοιχες αλλαγές στον καταλανικό σύλλογο.

Advertisements

Athletic Bilbao: Δεν είναι απλά ένας σύλλογος, είναι συναίσθημα

Η Athletic Club όπως είναι το επίσημο όνομα του συλλόγου ιδρύθηκε το 1898 και απέκτησε το παρατσούκλι Los Leones (Τα Λιοντάρια) λόγω του ότι το γήπεδο της χτίστηκε δίπλα στην εκκλησία του San Mammes (Άγιος Μάμας) ο βίος του οποίου περιλαμβάνει το θαύμα της εξημέρωσης των λεόντων.

Η Athletic μαζί με τις Barcelona και Real Madrid είναι οι τρεις ισπανικές ομάδες που δεν έχουν υποβιβαστεί ποτέ από την πρώτη κατηγορία και οι μοναδικές αυτής της κατηγορίας που δεν είναι εταιρείες αλλά σωματεία λαϊκής βάσης (members club).

Αυτό που κάνει την Athletic να ξεχωρίζει είναι η μακρά και ισχυρή παράδοση της ως ποδοσφαιρικό σύμβολο της Χώρας των Βάσκων. Ο παλιός πρόεδρος της José María Arrate είχε πει κάποτε πως η Athletic είναι κάτι παραπάνω από ένας ποδοσφαιρικός σύλλογος, είναι συναίσθημα.

Η πολιτική στελέχωσης του συλλόγου από τα τμήματα υποδομής (cantera) ξεκίνησε το 1911 μετά από προβλήματα που δημιουργούσαν οι κανονισμοί για τους ξένους παίκτες. Τότε ο σύλλογος αποφάσισε στην ομάδα να παίζουν αποκλειστικά παίκτες που προέρχονται από την επαρχία της Bizkaia, δηλαδή μόνο από τη μία από τις τρεις επαρχίες της Χώρας των Βάσκων (Euskadi). Πενήντα χρόνια αργότερα η πολιτική αυτή έγινε λιγότερο αυστηρή κι επιτρεπόταν πλέον η συμμετοχή ποδοσφαιριστών κι από την υπόλοιπη Euskadi. Μετά την κατάρρευση του φρανκικού καθεστώτος και το νέο Σύνταγμα που έδωσε αυτονομία στη Χώρα των Βάσκων επετράπη η συμμετοχή παιτών κι από την ευρύτερη επικράτεια των Βάσκων (Euskal Herria) που περιλαμβάνει και την επαρχία της Navarra αλλά και τις τρεις βάσκικες επαρχίες της Γαλλίας. Σήμερα πλέον επιτρέπεται να αγωνίζονται όχι μόνο οι ποδοσφαιριστές που προέρχονται από την Euskal Herria αλλά και αυτοί που έχουν εκπαιδευτεί στην ποδοσφαιρική ακαδημία της Athletic ή άλλου βάσκικου συλλόγου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο νυν προπονητής της Athletic, Ernesto Valverde, που είναι από την Extremadura αλλά εκπαιδεύτηκε ποδοσφαιρικά στην περίφημη ακαδημία της Athletic, την Lezama.

Αυτή η πολιτική της Athletic έχει υπάρξει αρκετά αμφιλεγόμενη λόγο της σημασίας που δίνει στην τοπικότητα. Από την μια πλευρά της έχει ασκηθεί κριτική για εθνικισμό και ρατσισμό, ωστόσο η Athletic πάντα κρατούσε μετριοπαθή στάση στο ζήτημα της βάσκικης ανεξαρτησίας ενώ το γεγονός ότι στην ομάδα έχουν αγωνιστεί, για παράδειγμα, μαύροι ποδοσφαιριστές, όπως το σημερινό αστέρι Inaki Williams, εξαλείφει κάθε υπόνοια φυλετικών διακρίσεων και γενετικών θεωριών.

Από την άλλη πλευρά η Athletic αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού για την διαχρονικότητα των αξιών της και την ευλάβεια με την οποία τηρεί τις παραδόσεις της ακόμα και σήμερα σε μια εποχή που η μετακινήσεις των ποδοσφαιριστών και ο χορός των εκατομμυρίων γύρω είναι ο κανόνας και για πολλούς απαραίτητη προϋπόθεση επιβίωσης στον σκληρό ανταγωνισμό. Κι όμως η ρομαντική προσέγγιση του βάσκικου συλλόγου δεν τον έχει αποτρέψει από μια αξιοπρεπή παρουσία στο ισπανικό πρωτάθλημα και στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις με αποκορύφωμα τον πρώτο τίτλο μετά το 1984 μετά την εμφατική της επικράτηση στο Super Copa απέναντι στην πρωταθλήτρια Ευρώπης και Ισπανίας, Barcelona της αστρονομικής χρηματιστηριακής αξίας (η οποία επίσης έχει κι αυτή τη δική της πολιτική στην λειτουργία των ποδοσφαιρικών ακαδημιών). Αυτή μάλιστα η «εμμονή» της Athletic στην παράδοση και το έντονο συναίσθημα από το οποίο διαπνέεται ο σύλλογος δεν θα μπορούσε να μην έχει την αμέριστη στήριξη των οπαδών της που υπερηφανεύονται για το γεγονός ότι οι παίκτες που βλέπει στο γήπεδο προέρχονται από τα σπλάχνα της ομάδας γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι η κατάκτηση τίτλων ίσως είναι ακατόρθωτη με αυτή την πολιτική.

Θα αντέξει να διατηρήσει την περήφανη στάση της η Athletic μέσα στην πορεία των χρόνων ή θα «λερώσει» την ιστορία της όπως «λέρωσε» τη φανέλα της με την τοποθέτηση χορηγού;

Δημοσιεύτηκε στο yabasta.gr στις 17/01/2016

Το γκολ του Σπαρβάσερ

Άλλη μια ιστορία που δείχνει ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι απλά ένα παιχνίδι αλλά κάτι παραπάνω. Ίσως και κάτι παραπάνω από ζήτημα ζωής και θανάτου αφού ο πρωταγωνιστής της παρακάτω ιστορίας έσωσε τη ζωή του χάρη στη φήμη του ως ποδοσφαιριστής.

Ο Γιούργκεν Σπαρβάσερ (Jürgen Sparwasser), γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου του 1948, στο Χάλμπερσταντ της Σαξωνίας, στο ανατολικό κομμάτι της διαιρεμένης μεταπολεμικής Γερμανίας. Για 14 χρόνια αγωνίστηκε στην ομάδα του Μαγδεμβούργου, μια ομάδα που ιδρύθηκε το 1965 και με τη βοήθεια του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας μέσα σε δύο χρόνια όχι μόνο ανέβηκε στη μεγάλη κατηγορία, αλλά κατέκτησε και το πρωτάθλημα της χώρας. Η ομάδα σύμβολο του ανατολικογερμανικού καθεστώτος έφτασε στο απόγειο της επιτυχίας της την 8η Μαΐου 1974 όταν και κατέκτησε το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης στον τελικό που διεξήχθη στο Ντε Κάιπ του Ρότερνταμ κερδίζοντας τη Μίλαν των Ριβέρα, Σνέλινγκερ, Μπιγκόν με 2-0 αφήνοντας έκπληκτη όλη την Ευρώπη.

Για τον Γιούργκεν Σπαρβάσερ και τους συμπαίκτες τους όμως δεν έμελλε να είναι το ευρωπαϊκό τρόπαιο η μεγαλύτερη τους επιτυχία. Το ερχόμενο καλοκαίρι διεξαγόταν στην Δυτική Γερμανία το Παγκόσμιο Κύπελλο και η εθνική ομάδα της Ανατολικής Γερμανίας προετοιμαζόταν από χρόνια για να καταφέρει να πάρει την πρόκριση και να συμμετάσχει στο Μουντιάλ που θα διοργάνωνε η μεγαλύτερη πολιτική της αντίπαλος. Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε οι δύο Γερμανίες να κληρωθούν στον ίδιο όμιλο και να βρεθούν αντιμέτωπες στο Φολκσπαρκστάντιον του Αμβούργου. Εκεί ο «Γολιάθ» περίμενε με σιγουριά τον «Δαβίδ» προκειμένου να κάνει μια επίδειξη της ανωτερότητας του. Η γεμάτη αστέρες ομάδα της Δυτικής Γερμανίας, πρωταθλήτρια Ευρώπης το 1972 και με τον Μπεκενμπάουερ, τον Μίλερ, τον Μπράιτνερ και τους υπόλοιπους παίκτες της Μπάγερν να κατακτήσει ένα μήνα νωρίτερα και το Κύπελλο Πρωταθλητριών με τον σύλλογο τους απέναντι στην Ατλέτικο Μαδρίτης ήταν το απόλυτο φαβορί της αναμέτρησης. Τα φαβορί όμως επιβεβαιώνονται στο γήπεδο και οι Aνατολικογερμανοί εξέπληξαν τον ποδοσφαιρικό πλανήτη με τον Σπαρβάσερ να σκοράρει στο 77′ και το παιχνίδι να λήγει 1-0 εις βάρος της Δυτικής Γερμανίας.

«Αν στον τάφο μου γράφει Αμβούργο 1974, όλοι θα ξέρουν ποιος κείτεται εκεί», είχε δηλώσει αμέσως μετά το τέλος του ματς ο Γιούργκεν Σπαρβάσερ θέλοντας να τονίσει τη σημασία εκείνης της νίκης. Για αυτό το τέρμα ανακηρύχθηκε Ήρωας από το κομμουνιστικό καθεστώς της χώρας βέβαια αυτό να μεταφρασθεί σε υλικά οφέλη γι’ αυτόν. Όπως είπε αργότερα: «Η φήμη ότι ανταμείφθηκα πλουσιοπάροχα για το γκολ, με ένα αυτοκίνητο, ένα σπίτι και μετρητά, δεν έχει καμία σχέση με τη πραγματικότητα!». Συνέχισε τη ζωή του στην Ανατολική Γερμανία και μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας εργάστηκε ως καθηγητής φυσικής αγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ωστόσο τη δεκαετία του ’80 αποφάσισε να το σκάσει στην Δυτική Γερμανία. Ο ίδιος εξιστορήθηκε ένα συγκλονιστικό στιγμιότυπο κατά το οποίο περιγράφει πως το γκολ του απέναντι στη Δυτική Γερμανία του έσωσε τη ζωή.

«Την ώρα που είχα περάσει τα σύρματα, με σταμάτησε ένας νεαρός φρουρός. Του φώναξα να μη ρίξει και του είπα το όνομά μου. Έριξε το φως πάνω μου. Δίστασε για λίγο, αλλά τελικά πυροβόλησε δύο φορές στον αέρα. Μετά μου έκανε νόημα να φύγω!»

Λόραντ, ο Μαγυάρος του ΠΑΟΚ

Το ρολόι δείχνει το 17ο λεπτό, ο προπονητής κάτι προσπάθησε να πει στους συνεργάτες του. Κανένας δεν κατάλαβε τι είπε και αμέσως μετά σωριάστηκε στο έδαφος. Από γήπεδο της Τούμπας έγινε η διακομιδή του στο ΑΧΕΠΑ όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του από οξύ έμφραγμα. Στην Τούμπα το ματς με τον Ολυμπιακό συνεχιζόταν, οι παίκτες του ΠΑΟΚ έβλεπαν ότι στον πάγκο δεν βρίσκεται ο προπονητής και στην ανάπαυλα τους ενημέρωσαν ότι ένιωσε αδιαθεσία και πήγε στο νοσοκομείο. Ο ΠΑΟΚ κέρδισε 1-0 αλλά μετά τη λήξη του παιχνιδιού οι παίκτες και οι οπαδοί υπέστησαν το μεγάλο το σοκ του αγαπημένου τους προπονητή, την 31η Μαϊου 1981. Ο Γκιούλα Λόραντ εκτός από δάσκαλος του ποδοσφαίρου ήταν και αυτός που έφτιαξε τον καλύτερο ΠΑΟΚ όλων των εποχών, αυτόν της σεζόν 1975-76.

Μετά τη φυγή του Λες Σάνον η διοίκηση αποφάσισε, το καλοκαίρι του 1975 να αποταθεί σε ένα τέκνο της μεγάλης ουγγρικής σχολής της δεκαετίας του ’50, όπως είχε κάνει και ο Ολυμπιακός το 1965 με τον Μάρτον Μπούκοβι, τον άνθρωπο που λανσάρισε με την ΜΤΚ ένα πρωτοποριακό ποδοσφαιρικό σύστημα. Ο Γκούσταβ Σέμπες, Γ.Γ. Αθλητισμού και στέλεχος του ΚΚ Ουγγαρίας ανέλαβε στις αρχές του ’50 την ευθύνη να συγκροτίσει τη νέα εθνική Ουγγαρίας. Το γεγονός ότι δεν ήταν ένας στεγνός γραφειοκράτης άλλα ένας ιδεολόγος του σοσιαλισμού και οργανωτής απεργιακών αγώνων στη Δυτική Ευρώπη, έκανε τον Σέμπες να επιδιώξει να περάσει  φιλοσοφία της ομαδικής και οργανωμένης δουλειάς του συνόλου στο γήπεδο Κάνοντας βοηθό του τον Μπούκοβι μετεξέλιξε το σύστημα 3-2-3-2 του τελευταίου σεένα ιδιόμορφο 4-2-4 στην εθνική Ουγγαρίας. Ήταν ένα σύστημα τόσο ρευστό που οι παίχτες ταυτοχρόνως όλοι επιτίθονταν, όλοι μάρκαραν και άλλαζαν πολλές φορές θέσεις μέσα στο γήπεδο. Χαρακτηριστικό του ήταν ο ρόμβος στο κέντρο που η μια του κορυφή ήταν ο κρυφός φορ και ή απέναντι κορυφή ένας αμυντικός μέσος που γινόταν και σέντερ μπακ. Ο τρόπος παιχνιδιού αυτής της Ουγγαρίας την ανέδειξε στην κορυφαία ομάδα της δεκαετίας και αποτέλεσε ένα άλλο total football σχεδόν 20 χρόνια πριν το ολλανδικό.

Μπροστά σειρά: Mihály Lantos, Ferenc Puskás, Gyula Grosics Πίσω σειρά: Gyula Lóránt, Jenő Buzánszky, Nándor Hidegkuti, Sándor Kocsis, József Zakariás, Zoltán Czibor, József Bozsik, László Budai

Η ομάδα θαύμα αναδείχθηκε χρυσή Ολυμπιονίκης το 1952 στο Ελσίνκι και κέρδισε και το Κύπελλο Εθνών Κεντρικής Ευρώπης το 1953. Διέλυσε μέσα στο Wembley σε φιλικό αγώνα το Νοέμβριο του 1953 την Αγγλία του Sir Stanley Matthews με 8-3 και το επανέλαβε επτά μήνες αργότερα στη Βουδαπέστη στο Nepstadion μπροστά σε 105,000 θεατές με 7-1.  Ένα σερί 33 αγώνων χωρίς ήττα κράτησε ως τον τελικό του παγκοσμίου κυπέλλου το 1954 στην Ελβετία όπου έχασε τελικά με 3-2 από την Γερμανία. Την ομάδα αποτέλεσαν παίχτες που έπαιζαν σχεδόν όλοι στη Χόνβεντ, ομάδα που δημιούργησε ο Σέμπες προκειμένου να πετύχει την ομοιογένεια που ήθελε, και αναδείχθηκαν σε αστέρια του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, όπως ο Πούσκας, ο Τσίμπορ, ο Κότσιτς, ο Χιντεγκούτι. Βασικός και αναντικατάστατος στη θέση του αμυντικού μέσου σε αυτή την ομάδα ήταν και ο Γκιούλα Λόραντ ο οποίος αγωνίστηκε 37 φορές με τη φανέλα της εθνικής της χώρας του ως το 1955.

Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα στην αρχή καθώ ο συμπάικτης του Λαντισλάο Κουμπάλα στη Βάσας θέλησε εγκαταλήψει μαζί με τον φίλο και του τη χώρα το 1949 μετά την ανάληψη της κυβέρνησης από τους κομμουνιστές. Ο Κουμπάλα τα κατάφερε αλλά ο Λόραντ συνελήφθη και κλείστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Για καλή του τύχη όμως ο Σέμπες ήταν στην αναζήτηση του ιδανικού σκληρού χαφ για την ομάδα του και παρενέβη για την απελευθέρωση του δίνοντας εγγυήσεις ως άνθρωπος του νέου καθεστώτος που είχε να επιτελέσει τον σοβαρό σκοπό της ποδοσφαιρικής αναγέννησης της χώρας. Το 1958 μετά την εξέγερση απέναντι στο καθεστώς που έλαβε χώρα στην Ουγγαρία οι περισσότεροι αστέρες του τοπικού ποδοσφαίρου εγκατέλειψαν τη χώρα, όσο βρίσκονταν στο εξωτερικό, για να μεταβούν στην Ισπανία όπου ο δικτάτορας Φράνκο τους υποδέχθηκε για να τους αξιοποιήσει, όπως είχε κάνει ήδη με τον Κουμπάλα, ως προπαγανδιστικό μέσο υπέρ του δικού του καθεστώτος. Ο Λόραντ δεν ακολούθησε αλλά το 1964 έφυγε για τη Γερμανία όπου έμεινε για μια δεκαετία ως προπονητής σε 6 διαφορετικές ομάδες.

Το 1975 έφτασε στον ΠΑΟΚ και άρχισε να οργανώνει στα ουγγρικά πρότυπα μια ομάδα από νέους και ταλαντούχους παίκτες μετατρέποντας την σε ένα από τα καλύτερα σύνολα που εμφανίστηκαν στα ελληνικά γήπεδα. Είναι γνωστό το κατόρθωμα του ΠΑΟΚ του 1976 που οι εμφανίσεις του είχαν τέτοια καθολική αποδοχή που χειροκροτήθηκε από τους οπαδούς του Ολυμπιακού στο Καραϊσκάκη μετά από ένα 0-4. Αυτό που δεν είναι πολύ γνωστό είναι ότι οπαδοί του Ολυμπιακού βρέθηκαν και στο ντεμπούτο του Λόραντ στον ΠΑΟΚ που δεν ήταν άλλο από το παιχνίδι για το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ με την Μπαρτσελόνα του Κρόιφ στις 16 Σεπτεμβρίου του 1975. Ο ΠΑΟΚ μετά από εντυπωσιακή εμφάνιση κέρδισε με 1-0 και οι οπαδοί του Ολυμπιακού έτυχε να βρίσκονται εκεί λόγω του ότι την επόμενη μέρα ο Ολυμπιακός αντιμετώπιζε την Ντιναμό Κιέβου λόγω τιμωρία του Καραϊσκάκη. Το παιχνίδι πάντως με την Μπαρτσελόνα έμεινε στην ιστορία για το γεγονός ότι αποτέλεσε χώρο για διαδήλωση ενάντια στον Ισπανό δικτάτορα με αφορμή την επικείμενη εκτέλεση Βάσκων κρατουμένων. Στην Τούμπα σηκώθηκαν πανώ υπέρ των κρατουμένων και ακούστηκαν συνθήματα κατά του Φράνκο. Οι διαμαρτυρίες είχαν και συνέχεια όταν φορείς από την Ελλάδα, που είχε μπει ήδη στον δεύτερο χρόνο της μεταπολίτευσης ζητούσαν από την διοίκηση του ΠΑΟΚ να μην επιτρέψει την ομάδα να μεταβεί στη Βαρκελώνη σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Τελικά ο ΠΑΟΚ μετέβη και ηττήθηκε 6-1 στον επαναληπτικό. Ωστόσο και ο «χενεραλίσμο» Φράνκο έχασε τη μάχη με τον θάνατο στα μέσα Νοεμβρίου ανοίγοντας τον δρόμο για την μεταπολίτευση στην Ισπανία.

Ο Λόραντ μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος δεν συνέχισε στον ΠΑΟΚ αλλά πήγε στην Άιντραχτ Φρανκφούρτης κάνοντας ακόμα πιο εντυπωσιακή δουλεία και χάνοντας για λίγο το πρωτάθλημα από την μεγάλη Γκλάντμπαχ της εποχής. Η Μπάγερν Μονάχου εκτίμησε τις ικανότητες του και τον προσέλαβε για δύο χρόνια. Στη συνέχεια το 1979 έκανε ένα πέρασμα από την Σάλκε για να επιστρέψει στον ΠΑΟΚ για τη σεζόν 1980-81 και να αφήσει την τελευταία του πνοή στο γήπεδο της Τούμπας.

Ο Μεσσίας τήρησε την υπόσχεση του

Την 5η Ιουλίου 1984 ο Μεσσίας έφτασε στην πόλη. Το πλήθος τον υποδέχτηκε θερμά, ήταν έτοιμο να γίνει το πιστό του ποίμνιο. Αυτός, με αβρότητα και ενθουσιασμό όπως πάντα, τους έταξε κάτι απλό, τον ουρανό. Ήξεραν ότι είναι ο Σωτήρας τους, η έλλειψη σε σπίτια, σχολεία, λεφτά δεν είχε σημασία αφού η Γη της Επαγγελίας γινόταν πλέον ορατή.

Οι μέρες και τα χρόνια πέρασαν ώσπου έφτασε η ευλογημένη στιγμή την 17η Μαϊου 1987. Εκείνη την ημέρα η Νάπολι στέφθηκε πρωταθλήτρια Ιταλίας έχοντας εξασφαλίσει ήδη το πρωτάθλημα από την προτελευταία αγωνιστική. Ήταν εκείνο το παιχνίδι με την Φιορεντίνα που ο Μεσσίας είχε πάρει το μικρόφωνο απευθύνθηκε στο ποίμνιο του και τους δήλωσε ότι θα πάρει το πρωτάθλημα.

Χάρη στον Μεσσία Μαραντόνα που με τους Τζιορντάνο και Καρέκα συναποτελούσαν την Αγία Τριάδα (Μα-Τζι-Κα) η ομάδα και οι οπαδοί της ανέβηκαν στον ουρανό. Την επόμενη μέρα οι πιστοί βγήκαν στους δρόμους και για μια εβδομάδα εορτάστηκε το χαρμόσυνο γεγονός. Κανείς δεν δούλευε, όλοι τραγουδούσαν, χόρευαν και γιόρταζαν. Κάποιοι τέλεσαν και τις κηδείες της Γιουβέντους και της Μίλαν, των ομάδων του πλούσιου Βορρά που από πάντα εκμεταλλευόταν τον φτωχό Νότο.

Σήμερα η Νάπολι είναι γεμάτη από τοιχογραφίες του Θεού, οι πιστοί εξακολουθούν να τον λατρεύουν για τις δύο φορές που τους ανέβασε στον ουρανό. Του το ανταπέδωσαν έμπρακτα τον ημιτελικό με την Ιταλία στο Μουντιάλ του ’90 όταν ακολούθησαν τον Λόγο του.  «Η υπόλοιπη Ιταλία σας θεωρεί παρακατιανούς όλο τον χρόνο και τώρα που σας  χρειάζεται, λέει να είστε δίπλα της. Εγώ σας αγαπώ πάντα και ξέρω πως εσείς θα το δείξετε υποστηρίζοντας την Αργεντινή!» τους είχε πει.

Στο μπαρ Νίλο υπάρχει ένας χώρος λατρείας για τον κάθε πιστό Ναπολιτάνο, να προσευχηθεί και να νιώσει την ευφορία εκείνων των στιγμών του 1987.

maradona-bar-nilo

 

 

Μπίλι Κοστακούρτα, ο πιο τίμιος Ιταλός αμυντικός

Όταν τα λαγωνικά του cult24 ενημέρωσαν ότι σήμερα ο Κοστακούρτα κλείνει τα 51 βρήκα μια ωραία ευκαιρία αφενός να ηρεμήσω από το Clasico που μου πήρε τα μυαλά και αντί να γράψω κάτι για ισπανόφωνο ποδόσφαιρο πάλι να πω δυο λόγια για έναν ήρωα των παιδικών μου χρόνων, των γεμάτων από ποδοσφαιρική Ιταλία, από τη χώρα που χει βγάλει πολλούς από τους καλύτερους παίκτες σε όλες τις θέσεις του γηπέδου και που περίπου για μια εικοσαετία (1985-2005) είχε το καλύτερο πρωτάθλημα στον κόσμο. Καλύτερο με την έννοια του πιο συναρπαστικού, με τα πιο πολλά αστέρια, με εκπλήξεις, με πολλούς διαφορετικούς νικητές κτλ.

Το άκουσμα του ονόματος του Κοστακούρτα με παραπέμπει κατευθείαν σε τίτλους της Μίλαν, στο δέσιμο ενός ποδοσφαιριστή με μία φανέλα στην καριέρα του, σε μεγάλες ήττες όπως εκείνη από τα πιστσιρίκια του Άγιαξ το 1995 και στον συγκλονιστικό τελικό της Κωνσταντινούπολης το 2005 με τη Λίβερπουλ(που ήταν βέβαια στον πάγκο). Την ίδια στιγμή ο Κοστακούρτα είναι για μένα ταυτισμένος με την Ιταλία των 90s και με εκείνο τον οδυνηρά χαμένο τελικό στα πέναλτι με τη Βραζιλία, μια Βραζιλία που αν και η Ιταλία έχει το όνομα της αμυντικής και συντηρητικής ομάδας εκείνη τότε είχε την χάρη μια και προκειμένου να κατακτήσει το Μουντιάλ του 1994 αποθέωσε την άμυνα και την καταστροφή του παιχνιδιού. Οι ήττες της αγαπημένης μου τότε Ιταλίας δεν σταμάτησαν εκεί αλλά συνεχίστηκαν και με τον αποκλεισμό στους ομίλους στο EURO96 και με τον αποκλεισμό στα πέναλτι από τη Γαλλία στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998. Σε όλα ήταν παρών ο Κοστακούρτα εκτός από τον μεγάλο τελικό του 1994. Ενώ είχε κάνει μεγάλη εμφάνιση με τη Νορβηγία και κρατήθηκε το μηδέν παρόλο που η Ιταλία έπαιζε με 10 παίκτες, στον ημιτελικό με τη Βουλγαρία δέχθηκε κίτρινη που δεν του επέτρεψε τη συμμετοχή στον τελικό. Έτσι είχε γίνει και νωρίτερα στην ίδια σεζόν όταν μετά από αποβολή του στον ημιτελικό με την Μονακό για το Τσάμπιονς Λιγκ ήταν μια από τις βασικές απουσίες της Μίλαν στον τελικό του ΟΑΚΑ. Τότε για πρώτη φορά, και αργότερα στον τελικό του Μουντιάλ, η απουσία του από έναν τελικό εκτιμήθηκε ως τεράστιο πλήγμα για την ομάδα του. Βέβαια Μίλαν και Ιταλία είχαν το βάθος στον πάγκο και τους προπονητές που τις καθιστούσε ικανές να διατηρήσουν το μηδέν απέναντι στις Μπαρτσελόνα και Βραζιλία.

Ο γεννημένος στις 24 Απριλίου 1966 Αλεσσάντρο «Μπίλι» Κοστακούρτα υπήρξε ένας από τους καλύτερους αμυντικούς όχι μόνο στο ιταλικό αλλά και στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο χωρίς ωστόσο να του αναγνωριστεί από οπαδούς και δημοσιογράφους το μεγαλείο του ως παίκτης. Θέλετε το παρουσιαστικό του που τον κάνει να μοιάζει με συμμαθητής του Μπράντον στο «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς», θέλετε ο χαμηλών τόνων χαρακτήρας του, θέλετε ότι βρέθηκε σε ομάδα με πολλά φωτεινά αστέρια που τραβούσαν αυτά την προσοχή, θέλετε ότι έπαιζε δίπλα στον Μπαρέζι, τον Μαλντίνι και τον Νέστα που εξυμνήθηκαν πολύ περισσότερο, θέλετε ότι ο ρόλος του ήταν αντιτουριστικός, αυτός του πολυεργαλείου της άμυνας, θέλετε ότι έχει βάλει μόνο 3 γκολ σε 663 συμμετοχές με τη Μίλαν και 2 γκολ σε 59 με την Ιταλία; Ότι θέλετε. Τον Κοστακούρτα δεν τον «τραγούδησε» κανείς. Κανείς εκτός από τους συμπαίκτες του όπως ο Αντρέα Πίρλο που είχε δηλώσει ότι «ο Μαλντίνι και ο Κοστακούρτα ήταν σημεία αναφοράς για εμάς στη Μίλαν» και ο νικητής της Χρυσής Μπάλας του 2006, Φάμπιο Καναβάρο που χαρακτήρισε τον Κοστακούρτα ως «τον καλύτερο αμυντικό που έχω παίξει δίπλα του». Οι παραπάνω ήξεραν να ξεχωρίσουν τι είναι χρήσιμο για έναν συμπαίκτη τους στην άμυνα και πάνω απ’ όλα έβλεπαν πως όταν ο κόουτς δεν είχε δεξί μπακ μπορούσε να βάλει τον Κοστακούρτα, όταν δεν είχε αριστερό μπακ επίσης, όταν ήθελε μια «σκούπα» ή έναν λίμπερο ο Κοστακούρτα ήταν εκεί έτοιμος να παίξει ακόμα και στη θέση του αμυντικού χαφ.

Το προσωνύμιο «Μπίλι» του το κόλλησαν το 1979 όταν εντάχθηκε στις ακαδημίες της Μίλαν και είχε να κάνει με τις ικανότητες του στο μπάσκετ. Εκείνη την εποχή η Ολίμπια Μιλάνο, που μέσα στα 80s πήρε 2 ευρωπαϊκά, είχε ονομασία σπόνσορα Billy. Μέσα από τις ακαδημίες προχώρησε και στην πρώτη ομάδα της Μίλαν στο ξεκίνημα της μεγάλης της εποχής με την ανάληψη της προεδρίας από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, την πρόσληψη του Αρίγκο Σάκι και την απόκτηση των «τριών Ολλανδών». Μετά από μια σεζόν δανεικός στη Μόντσα έπαιξε ως αλλαγή στη χρονιά του πρωταθλήματος 1987-88, του πρώτου μετά το 1979 για τη Μίλαν κι από τη σεζόν 1989-90 έπαιζε βασικός μέχρι τα 40 του.

Ο Κοστακούρτα, μαζί με τον Μαλντίνι, είναι αυτοί που έζησαν τις τέσσερεις περιόδους της Μίλαν, την περίοδο Σάκι, την περίοδο Καπέλο, την περίοδο 1996-2002 και την περίοδο Αντσελότι. Έζησε και τις τεράστιες επιτυχίες και την μεγάλη κρίση μετά την φυγή του Καπέλο. Έζησε την Μίλαν ως αδιαφιλονίκητο φαβορί και κυρίαρχη, έζησε και τη Μίλαν εκτός Ευρώπης και ως αουτσάιντερ να παίρνει το πρωτάθλημα το 1999. Πάνω απ’ όλα είχε την τύχη όμως να προπονηθεί από τον Αρίγκο Σάκι, τον άνθρωπο που άλλαξε τον τρόπο παιχνιδιού με το πρέσινγκ σε όλο το γήπεδο και το τεχνητό οφσάιτ. Ο Σάκι έβαζε στην προπόνηση την αμυντική τετράδα Τασότι, Κοστακούρτα, Μπαρέζι και Μαλντίνι και τον τερματοφύλακα να αμύνονται απέναντι σε 10 ποδοσφαιριστές, ποδοσφαιριστές τύπου Γκούλιτ, Φαν Μπάστεν, Ντοναντόνι, Αντσελότι σε μια άσκηση όπου οι επιτιθέμενοι είχαν στη διάθεση τους 15 λεπτά να σκοράρουν χωρίς να χάσουν την μπάλα. Όταν την έχανα θα ξεκινούσαν την επίθεση τους 10 μέτρα πιο πίσω. Μέσα από αυτή τη δουλειά ο Κοστακούρτα έγινε ένας από τους πιο έξυπνους τακτικά και πιο αποτελεσματικούς αμυντικούς στον κόσμο. Εκτός από την φυσική του κατάσταση και τις ικανότητες στον αέρα και στα τάκλιν τον χαρακτήριζαν η γρηγοράδα στις επεμβάσεις, το διάβασμα του παιχνιδιού και η δυνατότητα του στο μοίρασμα της μπάλας και να ξεκινάει το παιχνίδι από πίσω. Στοιχεία που σήμερα κρίνονται απαραίτητα για αμυντικό επιπέδου Τσάμπιονς Λιγκ τότε δεν τα είχαν παρά ελάχιστοι στο κορυφαίο επίπεδο και το 90% εξ’ αυτών έπαιζε στο Καμπιονάτο. Ο Κοστακούρτα συμμεριζόταν την θεωρία του Μαλντίνι ότι «αν χρειαστεί να κάνω τάκλιν σημαίνει ότι έχω ήδη κάνει λάθος» και μαζί του κατέκτησαν με τη φανέλα της Μίλαν τα ευρωπαϊκά το ’89 με Στεάουα, το ’90 με Μπενφίκα, το ’94 με Μπαρτσελόνα, το ’03 με Γιουβέντους και το ’07 με Λίβερπουλ, έπαιξαν στους χαμένους τελικούς του ’93 με Μαρσέιγ και το ’95 με Άγιαξ ενώ κατέκτησαν και 7 πρωταθλήματα, 1 κύπελλο, 4 σουπερ καπ Ευρώπης και δύο Διηπειρωτικά.

Μπορεί ο Κοστακούρτα για διάφορους λόγους να μην κερδίζει τον τίτλο του καλύτερου Ιταλού αμυντικού όλων των εποχών αλλά σίγουρα κερδίζει τον τίτλο του πιο τίμιου.

Δημοσιεύτηκε στο cult24.gr

Ζοάν Μιρό και Μπαρτσελόνα

Ο πίνακας του Ζοάν Μιρό για την Μπαρτσελόνα αποτελεί ένα από τα γνωστότερα έργα του Καταλανού ζωγράφου, ενός από τους σημαντικότερους υπερρεαλιστές καλλιτέχνες του 20ου αιώνα.

Η δημιουργία του Μιρό αποτυπώνει τις χαρακτηριστικές γραμμές του καλλιτέχνη που αποτελούν σήμα κατατεθέν με την λέξη Barça να βρίσκεται στο επίκεντρο του πίνακα με τον γραφικό χαρακτήρα του καλλιτέχνη. Η πρώτη δημοσίευση του έργου τυπώθηκε 50.000 αντίτυπα καθώς πολλοί ενθουσιασμένοι οπαδοί έσπευσαν να αποκτήσουν ένα δικό τους αντίγραφο.

Ο Ζοάν Μιρό (Joan Miró i Ferrá) γεννήθηκε στη Βαρκελώνη στις 20 Απριλίου 1893. Ενώ φοιτούσε σε Εμπορική Σχολή παράλληλα πήγαινε κρυφά και στην Σχολή Καλών Τεχνών. Όταν το 1920 μετακόμισε στο Παρίσι ήρθε σε επαφή με το κίνημα του ντανταϊσμού και αργότερα με τους υπερρεαλιστές από τους οποίους επηρεάστηκε περισσότερο.

miro_barca

Το συγκεκριμένο έργο που αφορά τον καταλανικό σύλλογο κι έχει την ονομασία “Futbol Club Barcelona” δημιουργήθηκε το 1974 στο πλαίσιο των 75ων γενεθλίων του συλλόγου. Τα γενέθλια αυτά ήταν ένα πολύ σημαντικό γεγονός χάρη στην κατάκτηση του πρωταθλήματος από την ομάδα με ηγέτη τον Γιόχαν Κρόιφ μετά από 15 χρόνια και χάρη στην μεγάλη αύξηση του αριθμού μελών του συλλόγου. Οι εορταστικές εκδηλώσεις περιελάμβαναν δράσεις που αναδείκνυαν το νόημα και την ταυτότητα του κλαμπ και σε αυτές συνέβαλαν μεγάλοι Καταλανοί καλλιτέχνες όπως οι Μιρό, ο Νταλί, Ταπιές, Φουστέρ, Καλντέρς και Τίσνερ με έργα τέχνης και κείμενα.

Ο Μιρό κλήθηκε και το 1982, έναν χρόνο πριν πεθάνει, να σχεδιάσει την αφίσα του Παγκοσμίου Κυπέλλου που θα φιλοξενούσε η Ισπανία, μια περίοδο που προσπαθούσε να πετάξει από επάνω της την σκοτεινιά και την απομόνωση στην οποία είχε οδηγηθεί από το καθεστώς του Φράνκο. Το έργο αυτό του Μιρό παρουσιάζει ένα πλάσμα που προσομοιάζει σε ποδοσφαιριστή του οποίου τα μέλη καλύπτονται από πολλά χρώματα, όπως αυτά που αποτελούν τις φανέλες των ομάδων όλου του κόσμου που συμμετέχουν στις διεθνείς ποδοσφαιρικές οργανώσεις.

miro_espana82

Η ομάδα του λαού

Στα πρώτα χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και με δεδομένo ότι το ποδόσφαιρο ήταν δημοφιλές από τα προεπαναστατικά χρόνια ακόμα, πολλοί φορείς του νέου κράτους της ΕΣΣΔ ίδρυσαν τα δικά τους κλαμπ. Ο σιδηρόδρομος την Λοκομοτίβ, ο στρατός την ΤΣΣΚΑ και η μυστική αστυνομία την Ντιναμό. Η Σπαρτάκ Μόσχας συνδεόταν με το συνδικάτο των εργατών στην κρεατοβιομηχανία κι έτσι από «Αθλητικό Σωματείο Μόσχας», όπως ονομαζόταν τον μητρικό σωματείο που είχε να κάνει με όλα τα αθλήματα, μετονομάστηκε αρχικά σε «Κόκκινη Πρέσνια» (περιοχή της Μόσχας), στη συνέχεια «Πιστσεβίκι» που αναφερόταν στους εργάτες της βιομηχανίας τροφίμων, έπειτα Προμκοοπεράτσιγια (μτφ. βιομηχανική κοοπερατίβα) και τελικά το 1934 σε Σπαρτάκ, όνομα εμπνευσμένο από τον ηγέτη των εξεγερμένων σκλάβων Σπάρτακο.

Βασικοί υπεύθυνοι για την εξέλιξη του ποδοσφαιρικού συλλόγου που επίσημα ιδρύθηκε στις 18 Απριλίου 1922 ήταν ο Νικολάι Σταρόστιν και τα τρία αδέλφια του τα αγάλματα των οποίων συναντά ο σημερινός επισκέπτης στο γήπεδο της Σπαρτάκ. Ο Νικολάι Σταρόστιν ήταν ο υπεύθυνος για την τελική ονοματοδοσία του κλαμπ καθώς και για την οργάνωση που το κατέστησε υπερδύναμη στο σοβιετικό ποδόσφαιρο της δεκαετίας του ’30 και αντίπαλον δέος της Ντιναμό Μόσχας. Το γεγονός ότι η Σπαρτάκ δεν χρηματοδοτούνταν από τον στρατό ή την αστυνομία όπως αντίστοιχα η ΤΣΣΚΑ και η Ντιναμό και είχε τις βάσεις της στον οργανωμένο σε συνδικάτα σοβιετικό λαό αυτό της έδωσε και την ονομασία «Ομάδα του Λαού» και δεν θεωρούνταν από τις ευνοούμενες ομάδες της επαναστατικής κυβέρνησης που ήδη είχε μεταλλαχθεί σε ολοκληρωτικό καθεστώς. Οπαδοί της ήταν οι περισσότεροι από τους εργάτες της Μόσχας καθώς και αρκετοί διανοούμενοι. Για πολλούς από τους οπαδούς της η Σπαρτάκ συμβόλιζε τον κόσμο που αντιτίθεται στην επιβολή της εξουσίας από τα πάνω, μιας εξουσίας που όση δύναμη και να έχει δεν θα μπορέσει να στερήσει από τον σοβιετικό πολίτη την ελευθερία του για το ποια ομάδα θα υποστηρίζει.

starostin

Οι αδερφοί Σταρόστιν και δεξιά ο Νικολάι Σταρόστιν

Σύμφωνα με τον Αμερικανό ειδικό στην σοβιετική ιστορία και συγγραφέα του βιβλίου Spartak Moscow – A History of the People’s Team in the Workers State, Ρόμπερτ Έντελμαν η αλήθεια δεν ήταν τόσο απλοϊκή καθώς και Σταρόστιν είχε καταφέρει να βρει άκρες στο σύστημα εξουσίας και συγκεκριμένα στον Αλεξάντερ Κοζάρεφ που έγινε ο πάτρονας της Σπαρτάκ. Μετά την κατάκτηση των δύο τελευταίων πρωταθλημάτων πριν την έναρξη του πολέμου ο Κοζάρεφ εκτελέστηκε ως ένας από τους κοντινούς συνεργάτες του πρώην διοικητή της διαβόητης μυστικής αστυνομίας (NKVD), Νικολάι Γιεζόφ. Οι αδερφοί Σταρόσκιν έγιναν στόχος του νέου επικεφαλής, του Λαυρέντι Μπέρια ο οποίος στη συνέχεια ανέλαβε και την προεδρία της Ντιναμό Μόσχας. Οι Σταρόσκιν έπεσαν θύματα των στημένων δικών με ψεύτικες κατηγορίες και συνελήφθησαν το 1942. Ο κύριος λόγος ήταν ότι «χρησιμοποιούσαν μεθόδους της μπουρζουαζίας στον αθλητισμό» αλλά για καλή τους τύχη και σίγουρα χάρη στη μεγάλη φήμη του ποδοσφαιρικού συλλόγου που διοικούσαν την «γλίτωσαν» με 10ετή φυλάκιση σε γκούλαγκ της Σιβηρίας. Σύμφωνα με τους ιστορικούς ο Μπέρια είχε αναγκάσει αθλητές της Σπαρτάκ να κατηγορήσουν τους Σταρόστιν ότι είχαν σχέδιο να δολοφονήσουν τον Στάλιν κατά τη διάρκεια παιχνιδιού της Σπαρτάκ. Βέβαια είναι γνωστό ότι ο Στάλιν δεν φημιζόταν για τις συχνές του εμφανίσεις στα γήπεδα και ήταν μάλλον οπαδός της παρακολούθησης παρελάσεων.

Ο Αλεξάντερ Βάινσταιν, βιογράφος του Νικολάι Σταρόστιν, σημειώνει πως μετά την επαναφορά του στο δημόσιο βίο και τον θάνατο του Στάλιν ο πρόεδρος της Σπαρτάκ είχε καταφέρει να αποκτήσει πολύ καλές σχέσεις με το καθεστώς. Ο Βάινσταιν επιμένει μάλιστα πως η «αντικαθεστωτική ταυτότητα» των οπαδών της Σπαρτάκ προερχόταν κυρίως από τον ετεροπροσδιορισμό τους σε σχέση με τις Ντιναμό και ΤΣΣΚΑ και την εύνοια και στήριξη που αυτές απολάμβαναν από το σοβιετικό κράτος. Η Ντιναμό ήταν με διαφορά πλουσιότερη από την μεγάλη της αντίπαλο και μάλιστα τα μεταπολεμικά χρόνια κατάφερναν μαζί με την ΤΣΣΚΑ να παίρνουν τους καλούς παίκτες της Σπαρτάκ και να την αποδυναμώνουν που πράγμα που λέγεται ότι ενόχλησε μέχρι και τον Στάλιν από τη στιγμή που προκαλούσε δυσαρέσκεια στους οπαδούς της πιο λαοφιλούς ομάδας. Σύμφωνα πάντως με τον Βάινσταϊν η Σπαρτάκ Μόσχας ήταν η λαοφιλέστερη ομάδα λόγω του θεαματικού ποδοσφαίρου που έπαιζε. Η φήμη της ως θεαματική ομάδα ενισχύθηκε κατά τη δεκαετία του ’50 με τους Ιγκόρ Νέτο και Νικίτα Σιμονιάν (πρώτος σκόρερ της ιστορίας της με 133 γκολ), κατά την περίοδο 1977-88 με προπονητή τον Κονσταντίν Μπέσκοφ και μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ στα πρώτα χρόνια του Ρωσικού Πρωταθλήματος.

Εδουάρδο Γκαλεάνο: Η μπάλα

Η μπάλα των Κινέζων ήταν δερμάτινη, παραγεμισμένη με κάνναβη. Οι Αιγύπτιοι της εποχής των Φαραώ την έφτιαχναν από άχυρο ή πίτυρα, και την τύλιγαν με χρωματιστά πανιά. Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν την κύστη του βοδιού, την οποία γέμιζαν και έραβαν. Οι Ευρωπαίοι του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης έπαιζαν με μια μπάλα σχήματος οβάλ, παραγεμισμένη με αλογότριχες. Στην Αμερική, την έφτιαχναν από καουτσούκ, και χοροπηδούσε όσο σε κανένα άλλο μέρος. Οι χρονικογράφοι της ισπανικής αυλής αναφέρουν με τι τρόπο ο Ερνάν Κορτές έκανε μια μεξικανική μπάλα να πετάξει ψηλά, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του αυτοκράτορα Καρόλου. Η μπάλα από λάστιχο, που τη φούσκωναν και την κάλυπταν με δέρμα, γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, χάρη στην ευρηματικότητα του Τσαρλς Γκούντγιαρ, ενός Αμερικανού από το Κονέκτικατ. Και χάρη στην ευρηματικότητα τριών Αργεντινών από την Κόρδοβα, του Τοσολίνι, του Βαλμπονέζι και του Πόλο, γεννήθηκε, πολύ αργότερα, η μπάλα χωρίς ραφές. Οι ίδιοι επινόησαν τον αεροθάλαμο (σαμπρέλα) με βαλβίδα ασφαλείας, τον οποίο γέμιζαν αέρα με αντλία, κι έτσι από το Μουντιάλ του ’38 οι παίκτες δεν έγδερναν πια το κεφάλι τους. Γύρω στα μέσα του 20ού αιώνα, η μπάλα ήταν καφέ. Στη συνέχεια άσπρη. Σήμερα τα μοντέλα είναι μαύρα σε άσπρο φόντο, με διάφορες παραλλαγές. Τώρα έχει περίμετρο εβδομήντα εκατοστά και είναι καλυμμένη με πολυουρεθάνη πάνω σε αφρό πολυαιθυλενίου. Είναι αδιάβροχη, ζυγίζει λιγότερο από μισό κιλό, και κινείται γρηγορότερα από την παλιά δερμάτινη μπάλα, που γινόταν ασήκωτη τις βροχερές μέρες. Την αποκαλούν με διάφορα ονόματα: σφαίρα, τόπι, στρογγυλή θεά. Στη Βραζιλία δεν αμφιβάλλει κανείς ότι είναι γυναίκα. Οι Βραζιλιάνοι τη λένε χοντρούλα, γκορντουτσίνια, ή κοριτσάκι, μενίνα, και της δίνουν διάφορα ονόματα, Μαρικότα, Λεονόρ ή Μαργαρίτα. Ο Πελέ τη φίλησε στο Μαρακανά, όταν έβαλε το χιλιοστό του γκολ, και ο Ντι Στέφανο της έστησε μνημείο στην είσοδο του σπιτιού του, μια μπρούντζινη μπάλα με την επιγραφή Σ’ ευχαριστώ, παλιοκόριτσο. Η μπάλα είναι πιστή. Στον τελικό του Μουντιάλ του ’30 οι δυο ομάδες επέμεναν να παίξουν με τη δική τους μπάλα. Ο κριτής, σαν τον σοφό Σολομώντα, αποφάσισε ότι στο πρώτο ημίχρονο θα έπαιζαν με την μπάλα της Αργεντινής και στο δεύτερο με την μπάλα της Ουρουγουάης. Η Αργεντινή κέρδισε στο πρώτο ημίχρονο, και η Ουρουγουάη στο δεύτερο. Όμως η μπάλα έχει και τις ιδιοτροπίες της, και καμιά φορά δεν θέλει να μπει στο τέρμα, γιατί αλλάζει γνώμη στον αέρα, και λοξοδρομεί. Είναι, βλέπετε, πολύ μυγιάγγιχτη. Δεν ανέχεται να την κλοτσάνε εκδικητικά, ή να την κακομεταχειρίζονται. Απαιτεί να τη χαϊδεύουν, να τη φιλάνε, να τη νανουρίζουν στο στήθος, ή στο πόδι τους. Είναι πολύ περήφανη, και ίσως λιγάκι αλαζονική, αλλά δεν έχει άδικο: ξέρει καλά πως δίνει χαρά σε πολλές ψυχές, και πως πολύς κόσμος κοψοχολιάζεται όταν πέφτει άγαρμπα.

Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο υπήρξε «ένας ζητιάνος που περιφέρεται ανά τον κόσμο, παρακαλώντας για λίγο καλό ποδόσφαιρο στα γήπεδα» μιλώντας και γράφοντας πολύ και για την«ιστορία του ποδοσφαίρου που είναι ένα θλιβερό ταξίδι από το πηγαίο στο αναγκαίο». Κατάφερε να συγκεράσει με τον δικό του απαράμιλλο τρόπο δύο μεγάλες παραδόσεις της Λατινικής Αμερικής στον 20ο αιώνα, το ποδόσφαιρο και τη λογοτεχνία. Στις 13 Απριλίου 2015 πήγε να συναντήσει τους αγαπημένους του Σκιαφίνο και Βαρέλα που συνεχίζουν να παίζουν με ουρουγουανικό στυλ στο γήπεδο του ουρανού. Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάπυρος.

Ο Πουγιόλ είναι αυτός που λείπει

Ο Πουγιόλ είναι η φάση στο Κάμπ Νου τον Οκτώβριο του 2002 όταν η Μπαρτσελόνα αντιμετωπίζει την Λοκομοτίβ Μόσχας για τους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ κι ενώ το σκόρ είναι 0-0 η ρωσική ομάδα βγαίνει στην κόντρα, ο Ομπιόρα περνάει τον τερματοφύλακα Μπονάνο και ανάμεσα σε αυτόν και το γκολ παρεμβαίνει με το στήθος ένας τύπος με μακρύ σγουρό μαλλί και σιδερένια θέληση. Αυτός είναι ο Πουγιόλ, ο παίκτης που αναδείχθηκε το καλύτερο δεξί μπακ στη διοργάνωση την προηγούμενη χρονιά και που το εκπληκτικό αυτό στοπ του πανηγυρίστηκε σαν γκολ στο Καμπ .

Ο Πουγιόλ είναι ο πανηγυρισμός του στο Σαντιάγο Μπερναμπέου τον Μάιος του 2009. Η Μπαρτσελόνα μόλις έχει ισοφαρίσει με τον Ανρί το γκολ του Ιγκουαϊν. Χτύπημα φάουλ του Τσάβι από το ύψος του άουτ, κεφαλιά ο Πουγιόλ, 2-1, βγάζει το περιβραχιόνιο με την καταλανική σημαία και το φιλάει κοιτώντας προς τους οπαδούς της Ρεάλ

Ο Πουγιόλ είναι το παρατσούκλι «Ταρζάν», όπως τον ονομάτισε ο Ναδάλ το 1999 αντιγράφοντας το παρατσούκλι του Μιγκέλι, ενός άλλου μεγάλου αρχηγού που φημίζοταν για την αποφασιστικότητα και τη φυσική του δύναμη. Είναι αυτή η δύναμη που τον έστειλε στον ουρανό της Νότιας Αφρικής στον ημιτελικό  με τη Γερμανία να κερδίσει την κεφαλιά από τα ψηλότερα κορμιά και να στείλει τη μπάλα στα δίχτυα και την Ισπανία στον τελικό

Ο Πουγιόλ είναι η υπομονή που χρειάστηκε να κάνει στο χωριό του, την Λα Πόμπλα ντελ Σεγκούρ, για να του δοθεί και η δεύτερη ευκαιρία να περάσει τα δοκιμαστικά και να βρεθεί στις μικρές ομάδες του αγαπημένου του συλλόγου. Το ίδιο και εκεί, παρά τις καλές εμφανίσεις και την φυσική του δύναμη χρειάστηκε να κάνει υπομονή και να σφυρηλατήσει τη σιδερένια του θέληση μέχρι ο Λούις Φαν Χάαλ να τον πάρει στην πρώτη ομάδα και να του δώσει παιχνίδια.

Ο Πουγιόλ είναι το πείσμα και η δουλειά, αυτά που από έναν υπό αμφισβήτηση νεαρό της ακαδημίας τον έκαναν το 2003 τον πιο ακριβοπληρωμένο και σεβαστό ποδοσφαιριστή του συλλόγου και στη συνέχεια αρχηγό. «Τεχνικά είναι στο 6-7, αλλά αν χρειαστεί, μπορεί να παίξει ακόμα και με ένα πόδι» είχε πει στον Φαν Χάαλ ο πρώτος προπονητής του Πουγιόλ, Τζουάν Μαρτίνεθ Βιλασέκα. «Δεν έχω την τεχνική του Ρομάριο, την ταχύτητα του Όφερμαρς και τη δύναμη του Κλάιφερτ, όμως δουλεύω σκληρότερα από τους άλλους. Είμαι σαν τον μαθητή που δεν είναι τόσο έξυπνο αλλά μελετάει πολύ πριν τις εξετάσεις και στο τέλος τα πηγαίνει καλά». Κι έτσι έκανε πάντα.

Ο Πουγιόλ είναι ο ορισμός της συγκέντρωσης και της αυτοκυριαρχίας μέσα στο παιχνίδι. Όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, το σκορ, ο αντίπαλος, η σημασία του παιχνιδιού. Είναι αυτό που θέλει ο προπονητής, ένας προπονητής μέσα στο γήπεδο. Είναι η φωνή, όπως είχε πει o Πικέ: «Είναι αδύνατον για μένα να χάσω την συγκέντρωση μου έστω και για ένα δευτερόλεπτο γιατί πάντα ακούω τη φωνή να λέει «Ζέρι Ζέρι Ζέρι» και όταν γυρίσω και του πω «τι τρέχει;» θα πει «τίποτα,απλά μείνε ξύπνιος».

Ο Πουγιόλ είναι ο ήρωας της Μπαρτσελόνα. Ο σούπερ ήρωας, κάτι σαν τον Σούπερμαν. Αυτός που δεν λυγίζει ποτέ, που πάντα μπορείς να βασιστείς πάνω του, που ξέρεις ότι δεν θα σε προδώσει και που στο τέλος θα σε σώσει από τους κακούς.

Ο Πουγιόλ είναι ο σεβασμός του αντιπάλου και το fair play. Αν και αδικείται ή βάλλεται δεν επιτρέπει το να ανάψουν τα αίματα. Κάνει παρατήρηση στον Άλβες και στον Τιάγκο για τους χορευτικούς τους πανηγυρισμούς σε παιχνίδι με την Ράγιο Βαγιεκάνο όπου η Μπαρτσελόνα προηγείται ήδη με 4 γκολ. Αράζει από το χέρι τον αναπτήρα που χτύπησε τον Πικέ στο παιχνίδι με τη Ρεάλ κι αυτός αμέσως έτρεξε να κλαφτεί στον διαιτητή.

Ο Πουγιόλ είναι ο μόνος που χαιρετάει τον Φίγκο μετά το παιχνίδι με το μπουκάλι ουίσκι και την γουρουνοκεφαλή, αφού τον έχει παίξει μαν του μαν, τον έχει σβήσει και η Μπαρτσελόνα έχει κερδίσει 2-0.

Ο Πουγιόλ είναι αυτός που χειμώνα βράδυ στην παγωμένη Ανατολική Ευρώπη κάθεται στον πάγκο και φοράει το σορτσάκι ενώ οι άλλοι είναι σκεπασμένοι με κουβέρτες.

Ο Πουγιόλ είναι η απάντηση που μου έδωσε ένας 10χρονος ελληνοκαταλανός όταν το 2002 (με Ριβάλντο, Σαβιόλα, Κλάιφερτ, Λουίς Ενρίκε, Όφερμαρς, Κοκού τότε) τον ρώτησα ποιος είναι ο αγαπημένος του παίκτης της Μπάρσα.

Ο Πουγιόλ είναι ο άνθρωπος που ο Γκουαρδιόλα τον βάζει στο ‘88 στον τελικό του Λονδίνου το 2011 για να σηκώσει την κούπα κι ενώ έχει το περιβραχιόνιο καλεί την τελευταία στιγμή τον Αμπιντάλ που μόλις είχε επανέλθει από την επέμβαση για τον καρκίνο στο συκώτι και του ζητάει να την σηκώσει αυτός. Το ίδιο κάνει και το 2013 με την κούπα του πρωταθλήματος που καλεί τους Τίτο Βιλανόβα και Αμπιντάλ να τη σηκώσουν.

Πάνω απ’ όλα, ο Πουγιόλ είναι αυτός που λείπει σήμερα από την Μπαρτσελόνα. Σήμερα που πιο πολύ απ’ όλα έχει σημασία το κυνήγι των διαφημίσεων και των κερδών, σήμερα που χάνεται η ταυτότητα και το ποδοσφαιρικό πλάνο από τον σύλλογο. Είναι αυτός που θα μπορούσε να κρατήσει συγκεντρωμένους και ψυχωμένους τους συμπαίκτες του.

Μπορεί να λείπει αλλά δεν θα ξεχάσουμε ούτε αυτόν ούτε τα γενέθλια του ποτέ. Feliç aniversari Puyi!

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο cult24.gr